Το νερό (ὕδωρ στην αρχαία ελληνική γλώσσα, water στην αγγλική, eau στη γαλλική, aqua στη λατινική)[1] ή οξειδάνιο κατά χημική ονοματολογία, είναι η περισσότερο διαδεδομένη ανόργανη χημική ένωση στην επιφάνεια της Γης,[2] αφού καλύπτει το 70,9% του πλανήτη μας[3], στη φύση του οποίου, το νερό υπάρχει στην αέρια κατάσταση (οπότε ονομάζεται υδρατμός), στην υγρή κατάσταση και στη στερεή κατάσταση (οπότε ονομάζεται πάγος).[4]
Το νερό έχει βρεθεί και στην κατάσταση υγρού κρυστάλλου, κοντά σε υδρόφιλες επιφάνειες. Επίσης, θεωρείται ότι το μόριο του νερού είναι το τρίτο (3ο) σε αφθονία μόριο γενικά στο σύμπαν.[2]
Ο μοριακός τύπος του νερού είναι H2O.
Το (χημικά καθαρό) νερό, στις «κανονικές συνθήκες περιβάλλοντος» (Standard Ambient Temperature and Pressure - SATP, δηλαδή σε θερμοκρασία 25°C και υπό πίεση 1 atm), βρίσκεται σε μια δυναμική ισορροπία υγρού - αερίου, με κύρια φάση την υγρή. Είναι άγευστο και άοσμο, σχεδόν άχρωμο και διαυγές, αλλά εμφανίζει μια γαλάζια χροιά όταν βρίσκεται σε βαθιά στρώματα. Πολλές ουσίες διαλύονται στο νερό και γι' αυτό επονομάστηκε «παγκόσμιος διαλύτης» (universal solvent). Εξαιτίας, όμως, αυτής της τεράστιας ικανότητας διάλυσης που διαθέτει, εξαιρετικά σπάνια βρίσκεται στη φύση σε σχετικά καθαρή μορφή και κάποιες ιδιότητες των διαλυμάτων του ή και του φυσικού νερού δεν ταυτίζονται με τις αντίστοιχες της ίδιας της χημικά καθαρής ένωσης. Το καλύτερο παράδειγμα γι' αυτό είναι η ηλεκτρική αγωγιμότητα του νερού: Το φυσικό νερό είναι καλός αγωγός του ηλεκτρισμού, ενώ το χημικά καθαρό νερό πρακτικά είναι μονωτής (δείτε παρακάτω για λεπτομέρειες).
Ωστόσο, υπάρχουν και σημαντικές ουσίες που είναι δυσδιάλυτες, αν όχι τελείως αδιάλυτες στο νερό, όπως για παράδειγμα λίπη, έλαια και άλλες μη πολικές ουσίες. Το νερό είναι η μόνη συνηθισμένη ουσία που βρίσκεται με φυσικό τρόπο και στις τρεις κανονικές καταστάσεις της ύλης και είναι απαραίτητο σε όλες τις γνωστές μορφές ζωής[5][6] στον πλανήτη μας. Οι άνθρωποι και τα ζώα έχουν στο σώμα τους 55-78% νερό (κατά βάρος)[7], ενώ φθάνει μέχρι και το 90% εκείνου των κυττάρων[8].
Το μόριο του νερού αποτελείται από δύο άτομα υδρογόνου (Η) και ένα άτομο οξυγόνου (Ο), που συνδέονται μεταξύ τους με (πολωμένους) ομοιοπολικούς δεσμούς τύπου σ. Έχει μοριακό τύπο H2O, αλλά σε μερικές περιπτώσεις χρησιμοποιούνται επίσης και οι τύποι ΗΟΗ και ΟΗ2 (σπανιότερα). Η σχετική αναλογία μαζών του υδρογόνου και του οξυγόνου είναι 2.016:16.000, δηλαδή περίπου 1:8.[9][10]. Χημικά, το νερό είναι μια πολύ σταθερή χημική ένωση, αλλά ταυτόχρονα και αρκετά δραστική.
Τα μόρια του νερού είναι πολύ πολικά και σχηματίζουν διαμοριακούς δεσμούς υδρογόνου, τόσο μεταξύ τους όσο και με μόρια (ορισμένων) τυχόν διαλυμένων σε αυτό ουσιών, όπως για παράδειγμα των αλκοολών. Επίσης, πολλές τυχόν διαλυμένες σε αυτό ηλεκτρολυτικές ενώσεις, όπως οξέα, βάσεις και άλατα, διίστανται πλήρως ή μερικώς, ενώ τα ιόντα που προκύπτουν επιδιαλυτώνονται, δηλαδή σχηματίζουν ένυδρα σύμπλοκα.
Συνέπεια της ύπαρξης δεσμών υδρογόνου μεταξύ των μορίων του νερού αποτελούν κάποιες εξαιρετικές ως μοναδικές ιδιότητες, όπως το γεγονός ότι στη στερεή κατάσταση έχει μικρότερη πυκνότητα σε σύγκριση με την υγρή αντίστοιχη, η σχετικά υψηλή θερμοκρασία βρασμού (100 ºC), σε σύγκριση με τη σχετικά μικρή μοριακή μάζα του (~18 amu), και η υψηλή του θερμοχωρητικότητα. Το νερό έχει αμφοτερική συμπεριφορά, δηλαδή παρουσιάζει ιδιότητες και οξέος και βάσης. Αυτοϊονίζεται μερικώς, διιστάμενο σε υδρογονοκατιόντα (H+) και υδροξυλανιόντα (OH-). Αυτό κανονικοποιεί τις συγκεντρώσεις αυτών των ιόντων στο νερό.
Το δημώδες όνομα «νερό» προέρχεται από τη βυζαντινή φράση «νεαρόν ὕδωρ» το οποίο σήμαινε τρεχούμενο νερό (= νερό που μόλις βγήκε από την πηγή), η οποία με τη σειρά της προέρχεται από την αρχαία ελληνική (και καθαρεύουσα) φράση νῆρον ὕδωρ για το νερό. Από την αρχαία ονομασία ὕδωρ έχουν προκύψει όλοι οι σχετικοί επιστημονικοί (και μη) όροι, μεταξύ των οποίων και χημικοί, που χρησιμοποιούνται μέχρι σήμερα, όπως οι όροι ένυδρο άλας, υδρογόνο (= αυτό που γεννάει νερό), υδράργυρος (= υγρός άργυρος), υδατάνθρακας, ενυδάτωση, αφυδάτωση, υδρόλυση, υδάτινος, υδατοκαλλιέργεια, υδατογραφία, υδατοκομία, υδατοσφαίριση, υδρατμός, υδραυλική, υδροβιότοπος, υδροχόος κ.τ.λ..
Συνήθως με τη μορφή πάγου, το νερό υπάρχει και σε άλλα ουράνια σώματα του ηλιακού συστήματος, καθώς και έξω από αυτό.
Το 96,5% του νερού της Γης βρίσκεται στους ωκεανούς (και τις θάλασσες), 1,7% στα υπόλοιπα επιφανειακά νερά (λίμνες, ποτάμια, έλη, κ.τ.λ.), 1,7% στα παγοκαλύμματα και στις παγωμένες σπηλιές της Ανταρκτικής και της Γροιλανδίας, 0,001% ως υγρασία της ατμόσφαιρας και σε σύννεφα[11][12].
Μόνο το 2,5% του νερού της Γης είναι «γλυκό» και το 98,8% του πόσιμου νερού βρίσκεται στα παγοκαλύμματα και στα υπόγεια ύδατα. Λιγότερο από 0,3% του γλυκού νερού της Γης βρίσκεται σε ποτάμια, λίμνες και στην ατμόσφαιρα, ενώ ακόμα μικρότερο ποσοστό (0,003%) περιέχεται στα σώματα των βιολογικών όντων και σε ανθρώπινης παραγωγής προϊόντα[11].
Γαλαζοπράσινο νερό με λίγη αντανάκλαση ηλιακού φωτός. Το νερό υπάρχει σ' όλους τους (γνωστούς) ζωντανούς οργανισμούς, ζωικούς και φυτικούς[5]. Στις τροφές υπάρχει σε μεγάλο ποσοστό. Το γάλα π.χ. περιέχει 87%, οι πατάτες 78 %, τα αβγά 74 %, τα λαχανικά και τα φρούτα μέχρι 93 % νερό. Στο ανθρώπινο σώμα το νερό περιέχεται σε ποσότητα 70% και στο αίμα 90 %. Μερικές φορές προσκολλάται σε διάφορες χημικές ουσίες και σχηματίζει μ' αυτές ένυδρες ενώσεις, συνήθως κρυσταλλικές, όπως είναι ο ένυδρος θειικός χαλκός, ο γύψος, το θειικό ασβέστιο κ.ά. Το νερό αυτό ονομάζεται «κρυσταλλικό νερό». Άλλοτε πάλι το νερό ενώνεται σταθερά με τα μόρια των χημικών ενώσεων και σχηματίζεται νέα χημική ένωση. Έτσι π.χ. το τριοξείδιο του θείου και το πεντοξείδιο του φωσφόρου ενώνονται με το νερό και δίνουν νέες χημικές ενώσεις, το θειικό οξύ και το φωσφορικό οξύ, αντίστοιχα. Το νερό αυτό ονομάζεται «χημικό» και δεν είναι δυνατό να απομακρυνθεί με απλή θέρμανση όπως το κρυσταλλικό νερό.
Το νερό στη Γη κινείται συνεχόμενα μέσω του «κύκλου του νερού» (μια φυσική ανακύκλωση) που περιλαμβάνει την εξάτμιση (κυρίως των θαλασσών), τη μεταφορά της υγρασίας, τη συμπύκνωση, την κατακρήμνιση (με βροχή, χιόνι, χαλάζι, κ.ά. Δείτε λεπτομέρειες παρακάτω) και την αποστράγγιση με την οποία το μεγαλύτερο ποσοστό επιστρέφει στις θάλασσες. Η εξάτμιση και η μεταφορά υγρασίας συνεισφέρουν στις κατακρημνίσεις πάνω από την ξηρά.
Το ασφαλές πόσιμο νερό είναι ζωτικής σημασίας για τους ανθρώπους και τις άλλες μορφές ζωής. Η πρόσβαση σε ασφαλές πόσιμο νερό έχει βελτιωθεί τις τελευταίες δεκαετίες σχεδόν σε ολόκληρο τον κόσμο, αλλά 1.000.000.000 άνθρωποι ακόμη δεν έχουν πρόσβαση σε ασφαλές πόσιμο νερό και πάνω από 2.500.000.000 έχουν ανεπαρκή πρόσβαση σε αποχέτευση[13]. Υπάρχει μια καθαρή σχέση μεταξύ της πρόσβασης σε ασφαλές πόσιμο νερό και στο ΑΕΠ ανά κάτοικο της κάθε περιοχής[14]. Ωστόσο, κάποιοι παρατηρητές έχουν εκτιμήσει ότι ως το 2025 περισσότερο από το ήμισυ του παγκόσμιου πληθυσμού θα είναι αντιμέτωπο με προβλήματα που θα τους κάνουν ευάλωτους εξαιτίας της (χαμηλής) ποιότητας του πόσιμου νερού στο οποίο θα έχουν πρόσβαση[15]. Μια (σχετικά) πρόσφατη αναφορά (Νοέμβριος 2009) προτείνει ότι μέχρι το 2030 σε κάποιες περιοχές του αναπτυσσόμενου κόσμου η ζήτηση νερού θα ξεπεράσει την προσφορά κατά 50%[16]. Το νερό παίζει ένα σημαντικό ρόλο στην παγκόσμια οικονομία, αφού λειτουργεί ως ένας διαλύτης για μια ευρεία ποικιλία χημικών ουσιών, αλλά και στις εγκαταστάσεις βιομηχανικής ψύξης και για στις μεταφορές άλλων ουσιών. Το 70% του γλυκού νερού που χρησιμοποιείται από τους ανθρώπους πηγαίνει στην αγροτική παραγωγή[17].
Εξαιτίας της ζωτικής του φύσης, η σημασία του για κάθε οικονομία είναι αναντικατάστατη. Εξαιτίας δε της άνισης κατανομής του στη Γη, το νερό, η διαχείρισή του αποτελεί θέμα με ισχυρές γεωπολιτικές, γεωοικονομικές και γεωστρατηγικές προεκτάσεις.
Το νερό μέχρι το 18ο αιώνα θεωρούνταν ως στοιχείο. Πρώτος ο πατέρας της νεότερης χημείας Λαβουαζιέ απέδειξε ότι είναι ένωση του υδρογόνου και του οξυγόνου.
Από το 1992, η 22η Μαρτίου κάθε έτους έχει καθιερωθεί από τη Γενική Συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών ως η παγκόσμια μέρα για το νερό.
Ονοματολογία Η κατά IUPAC ονομασία του νερού είναι τυπικά «(μον)οξειδάνιο», αλλά προτείνεται επίσης η λέξη «νερό» ή η αντίστοιχή της σε άλλες γλώσσες[18]. Η ονομασία οξειδάνιο πρακτικά χρησιμοποιείται μόνο για το «μητρικό» μονοπυρηνικό «μονοξείδιο του διυδρογόνου», αν και (θεωρητικά) επεκτείνεται και σε «θυγατρικές» ενώσεις, με τη μορφή της ονοματολογίας υποκατάστασης.[19] Ωστόσο αυτές οι παράγωγες ενώσεις έχουν άλλες προτεινόμενες ονομασίες. Για παράδειγμα. η ομάδα ή ιόν υδροξυλίου (-OH), έχει αυτό το προτεινόμενο όνομα (υδροξύλιο) και όχι το συστηματικά παραγώμενο «οξειδανύλιο». Το όνομα «οξάνιο» δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για το νερό, γιατί ήταν ήδη δεσμευμένο για χρήση ως συστηματική ονομασία του τετραϋδροπυρανίου.[20][21]
Η απλούστερη συστηματική ονομασία για το νερό είναι «οξείδιο του υδρογόνου». Αυτή η ονομασία είναι ανάλογη με τις αντίστοιχες ονομασίες των συγγενικών του ενώσεων, συγκεκριμένα του υπεροξειδίου του υδρογόνου (H2O2), του σουλφιδίου του υδρογόνου (H2S) και του οξειδίου του δευτερίου (D2O). Χρησιμοποιώντας τη χημική ονοματολογία για τις ιονικές δυαδικές ενώσεις τύπου I, το νερό θα έπρεπε να ονομάζεται «μονοξείδιο του υδρογόνου»,[22] αλλά η ονομασία αυτή δεν είναι ανάμεσα στις ονομασίες που είναι δημοσιευμένες από την IUPAC.[18] Μια άλλη συστηματική ονομασία για το νερό είναι «μονοξείδιο του διυδρογόνου», που όμως είναι μια σπάνια χρησιμοποιούμενη ονομασία για το νερό, που συνήθως χρησιμοποιείται σε μια απόπειρα απάτης, για να αποφευχθεί η αναγνώριση ότι είναι το νερό αυτό που αναγράφεται. Άλλες ονομασίες που έχουν χρησιμοποιηθεί κατά καιρούς για το νερό είναι «υδροξικό οξύ», «υδροξυλικό οξύ» και «υδροξείδιο του υδρογόνου». Καμιά από αυτές τις εξωτικές ονομασίες του νερού δεν πέτυχε ευρεία χρήση. Η πολωμένη μορφή του νερού (H+OH-) έχει κατά IUPAC την ονομασία «υδροξείδιο του υδρωνίου».[23]
Φυσική παρουσία Το νερό στο σύμπαν
Δέκτης δέσμης 5 ALMA, συσκευή που σχεδιάστηκε ειδικά για την ανίχνευση νερού στο Σύμπαν.[24] Πολύ από το νερό στο σύμπαν παράγεται ως παραπροϊόν του σχηματισμού των άστρων: Όταν τα άστρα γεννιούνται, η γέννησή τους συνδυάζεται με ένα δυνατό προς τα έξω «άνεμο» από αέρια και σκόνη. Όταν αυτή η πλημμύρα ύλης συγκρούεται με τα περιβάλλοντα αέρια, τα ωστικά κύματα που δημιουργούνται συμπιέζονται και θερμαίνουν τα αέρια. Παρατηρήθηκε ότι το νερό (μεταξύ άλλων) παράγεται γρήγορα σε αυτά τα πυκνά και θερμά αέρια[25].
Στις 22 Ιουλίου 2011, μια αναφορά περιέγραψε την ανακάλυψη ενός γιγαντιαίου νέφους από υδρατμούς που περιέχει 140 τρισεκατομμύρια φορές την ποσότητα νερού που περιέχουν όλοι οι ωκεανοί της Γης, γύρω από ένα κβάζαρ που βρίσκεται 12 δισεκατομμύρια έτη φωτός από τη Γη. Σύμφωνα με τους ερευνητές η ανακάλυψη αυτή δείχνει ότι το νερό είναι παρόν στο σύμπαν, σχεδόν σε όλη του την ύπαρξη[26][27].
Νερό έχει ανιχνευθεί σε διαστρικά νέφη μέσα στο Γαλαξία μας. Το νερό πιθανότατα υπάρχει σε αφθονία και στους άλλους γαλαξίες επίσης, αφού τα συστατικά του, υδρογόνο και οξυγόνο, είναι ανάμεσα στα πιο άφθονα χημικά στοιχεία του σύμπαντος. Τα διαστρικά νέφη τελικά συμπυκνώνονται σε αστρικά νεφελώματα και αστρικά συστήματα όπως το δικό μας.
Υδρατμοί Υδρατμοί είναι γνωστό ότι είναι παρόντες στα ακόλουθα ουράνια σώματα:
Στην ατμόσφαιρα του Ήλιου, σε ανιχνεύσιμες ιχνοποσότητες.[28] Στην ατμόσφαιρα του Ερμή: 3,4% και μεγάλες ποσότητες νερού στην εξώσφαιρα του πλανήτη[29]. Στην ατμόσφαιρα της Αφροδίτης: 0,002%.[30] Στην ατμόσφαιρα της Γης: ~0,40% αν υπολογιστεί η συγκέντρωση σε ολόκληρη την ατμόσφαιρα, τυπικά 1-4% κοντά στην επιφάνεια. Στην ατμόσφαιρα της Σελήνης, σε ιχνοποσότητες.[31] Στην ατμόσφαιρα του Άρη: 0,03%.[32] Στην ατμόσφαιρα της Δήμητρας.[33] Στην ατμόσφαιρα του Δία: 0,0004%:[34] Μόνο σε παγοκρυστάλλους. Στην ατμόσφαιρα της Ευρώπης.[35] Στην ατμόσφαιρα του Κρόνου: Μόνο σε παγοκρυστάλλους. Στην στρατόσφαιρα του Τιτάνα. Στην ατμόσφαιρα του Εγκέλαδου 91%.[36] Στην εξώσφαιρα της Διώνης. Στην ατμόσφαιρα του Ουρανού, σε ιχνοποσότητες υπό πίεση κάτω από 50 bar. Στην ατμόσφαιρα του Ποσειδώνα, σε βαθύτερα στρώματα.[37] Στην ατμόσφαιρα του εξωπλανήτη HD 189733 b[38]. Στην ατμόσφαιρα του εξωπλανήτη HD 209458 b[39]. Στην ατμόσφαιρα του εξωπλανήτη Τ-Βοώτη Ab.[40] Στην ατμόσφαιρα του εξωπλανήτη HAT-P-11b.[41][42] Στην ατμόσφαιρα του εξωπλανήτη XO-1b. Στην ατμόσφαιρα του εξωπλανήτη WASP-12b. Στην ατμόσφαιρα του εξωπλανήτη WASP-17b. Στην ατμόσφαιρα του εξωπλανήτη WASP-19b.[43] Χωρίς όριο στις ατμόσφαιρες των ψυχρότερων άστρων, αλλά ακόμη και σε γιγάντια θερμά άστρα, όπως ο Μπετελγκέζ, ο Εράκης, ο Αντάρης και ο Αρκτούρος.[44][45] Σε ορισμένους περιαστρικούς δίσκους.[46][47][48][49][50][51][52] Υγρό νερό Υγρό νερό είναι γνωστό ότι υπάρχει στη Γη, καλύπτοντας μάλιστα το 71% της επιφάνειας του πλανήτη. Βρέθηκε πρόσφατα, επίσης, υγρό νερό στην επιφάνεια του Άρη.[53] Ορισμένοι επιστήμονες πιστεύουν ότι υπάρχει υγρό νερό στον Εγκέλαδο. Πιο συγκεκριμένα, πιστεύουν ότι υπάρχει ωκεανός βάθους 10 χιλιομέτρων σε βάθος περίπου 30 - 40 χιλιόμετρα κάτω από την επιφάνεια του νότιου πόλου του δορυφόρου.[54][55] Ορισμένοι επιστήμονες πιστεύουν ότι υπάρχει υγρό νερό στον Τιτάνα. Πιο συγκεκριμένα, πιστεύουν ότι υπάρχει κάτω από την επιφάνεια στρώμα υγρού νερού, πιθανώς σε μίγμα με αμμωνία.[56] Η επιφάνεια της Ευρώπης έχει χαρακτηριστικά που προτείνουν ότι υπάρχει κάτω από την επιφάνεια ωκεανός υγρού νερού.[57] Υγρό νερό ίσως υπάρχει, επίσης, στο Γανυμήδη, σε ένα στρώμα που βρίσκεται υπό υψηλή πίεση ανάμεσα σε πάγο και πετρώματα.[58] Πάγος Πάγος είναι γνωστό ότι είναι παρών στα ακόλουθα ουράνια σώματα:
Γη: Κυρίως στα παγοκαλύμματα. Άρης: Πολικά παγοκαλύμματα. Σελήνη. Τιτάνας (δορυφόρος του Κρόνου). Ευρώπη. Δακτύλιοι του Κρόνου[59]. Εγκέλαδος. Πλούτωνας[59] Χάρων (δορυφόρος του Πλούτωνα)[59]. Κομήτες. Ζώνη του Κάιπερ. Νέφος του Όορτ. Πάγος ενδέχεται να υπάρχει ακόμη στη Δήμητρα και στην Τηθύς (δορυφόρος του Κρόνου). Ακόμη, νερό και άλλες πτητικές ενώσεις αποτελούν πιθανότατα μεγάλο μέρος της εσωτερικής δομής του Ουρανού και του Ποσειδώνα και το νερό στα βαθύτερα στρώματα μπορεί να βρίσκεται στη μορφή «ιονικού ύδατος», στο οποίο τα μόρια νερού διασπώνται σε μια «σούπα» από ιόντα υδρογόνου και οξυγόνου. Ακόμη βαθύτερα μπορεί σχηματίζεται «υπεριονικό νερό», όπου το οξυγόνο κρυσταλλώνεται, αλλά τα ιόντα υδρογόνου ρέουν ελεύθερα μέσα στο κρυσταλλικό πλέγμα του (στερεού) οξυγόνου[60].
Επίσης, πολλά από τα ορυκτά της Σελήνης περιέχουν μόρια νερού. Για παράδειγμα, το 2008 μια εργαστηριακή συσκευή απέσπασε και ταυτοποίησε σωματίδια με μικρές ποσότητες νερού μέσα σε ηφαιστειογενή βράχο, που μεταφέρθηκε από τη Σελήνη στη Γη, από το πλήρωμα του Απόλλων 15 το 1971[61]. Η NASA ανέφερε το 2009 την ανίχνευση μορίων νερού από τον Ορυκτολογικό Χαρτογραφητή Σελήνης, πάνω στο διαστημικό σκάφος Chandrayaan-1 του Ινδικού Ερευνητικού Οργανισμού Διαστήματος[62].
Το νερό στην «κατοικήσιμη ζώνη» Η ύπαρξη υγρού νερού στη Γη είναι ζωτική για τη ζωή, τουλάχιστον με τις μορφές που τη γνωρίζουμε. Η ύπαρξη νερού και στις δυο άλλες φάσεις του είναι επίσης ζωτική, αν και σε ένα μικρότερο βαθμό. Η Γη βρίσκεται στην αποκαλούμενη «κατοικήσιμη ζώνη» του ηλιακού μας συστήματος. Αν ήταν ελαφρώς κοντύτερα ή μακρύτερα από τον Ήλιο, π.χ. κατά 5% ή 8 εκατομμύρια χλμ., οι συνθήκες που επιτρέπουν τη συνύπαρξη νερού και στις τρεις γνωστές φάσεις του θα ήταν πολύ πιο απίθανο να υπάρχουν[63][64].
Η βαρύτητα της Γης της επιτρέπει να κρατήσει μια ατμόσφαιρα. Το νερό και το διοξείδιο του άνθρακα δημιουργούν ένα φαινόμενο του θερμοκηπίου που επιτρέπει τη διατήρηση μιας σχετικά σταθερής επιφανειακής θερμοκρασίας. Αν η Γη ήταν μικρότερη, μια λεπτότερη ατμόσφαιρα θα επέτρεπε τη θερμοκρασία να φθάνει σε ακραία επίπεδα, εμποδίζοντας έτσι τη συγκέντρωση νερού αλλού εκτός από τα πολικά παγοκαλύμματα, όπως π.χ. συμβαίνει στον Άρη.
Η επιφανειακή θερμοκρασία της Γης έχει μείνει σχετικά σταθερή μέσα στο γεωλογικό χρόνο παρά την ποικιλία των επιπέδων της εισερχόμενης ηλιακής ακτινοβολίας, δείχνοντας ότι μια δυναμική διεργασία κυβερνά τη θερμοκρασία της Γης μέσω των αερίων του θερμοκηπίου και την ατμοσφαιρική ή και επιφανειακή ανάκλαση, λόγω λευκότητας. Αυτή η πρόταση είναι γνωστή ως «υπόθεση Γαία».
Η κατάσταση του νερού σε έναν πλανήτη καθορίζεται από την υπάρχουσα πίεση, που καθορίζεται από την πλανητική βαρύτητα. Αν ένας πλανήτης έχει σχετικά μεγάλη μάζα, το νερό μπορεί να παραμένει στερεό ακόμη και σε υψηλές θερμοκρασίες, εξαιτίας της μεγάλης πίεσης που προκαλεί η αυξημένη βαρύτητα, όπως παρατηρήθηκε στους εξωπλανήτες Γλιες 436 b[65] και Γλιες 1214 b[66].
Υπάρχουν διάφορες θεωρίες σχετικά με την προέλευση του νερού στη Γη.
Το νερό στη Γη
Μια γραφική αναπαράσταση των υδάτινων περιοχών στη Γη.
Η Γη όπως φάνηκε από το Απόλλων 17 .
Η υδρολογία είναι η επιστήμη της κίνησης, της κατανομής και της ποιότητας του νερού στη Γη. Ειδικότερα, η μελέτη της κατανομής του επιφανειακού νερού ονομάζεται υδρογραφία. Επίσης, η μελέτη της κατανομής και της κίνησης των υπόγειων υδάτων ονομάζεται υδρογεωλογία, η μελέτη των παγοκαλυμάτων παγολογία, η μελέτη των υδάτων της ξηράς λιμνολογία και η κατανομή του στους ωκεανούς ωκεανογραφία. Οι οικολογικές διεργασίες της υδρολογίας βρίσκονται στο πεδίο εστίασης της οικοϋδρολογίας.
Η συνολική μάζα του νερού που βρίσκεται στην επιφάνεια του πλανήτη, καθώς και πάνω και κάτω απ' αυτήν ονομάζεται υδρόσφαιρα. Υπολογίστηκε ότι στη Γη το νερό έχει συνολικό όγκο 1.338.000.000 km³[11]. Το υγρό νερό βρίσκεται σε υδάτινα συστήματα, όπως οι ωκεανοί, οι θάλασσες, οι λίμνες, τα ποτάμια, οι χείμαρροι, τα κανάλια, οι υδρόλακκοι, οι υδατοδεξαμενές και τα έλη. Βρίσκεται ακόμη σε υπόγεια αποθέματα.
Το νερό είναι σημαντικό σε πολλές γεωλογικές διεργασίες. Το υπόγειο νερό είναι παρόν και στα περισσότερα πετρώματα και η πίεση που αυτό ασκεί (με την πήξη και τη συνακόλουθη διαστολή του) έχει ως συνέπεια το φαινόμενο της αποσάθρωσης. Το νερό στο μανδύα είναι υπεύθυνο για την έκρηξη που παράγεται από τα ηφαίστεια σε ζώνες καταβύθισης. Στην επιφάνεια της Γης, το νερό είναι σημαντικό και για τις φυσικές και για τις χημικές διεργασίες που είναι συνέπεια των καιρικών φαινομένων. Το υγρό νερό, αλλά και ο πάγος, αν και σε λιγότερο, αλλά και πάλι αρκετά σημαντικό βαθμό, ευθύνονται για συχνά μεγάλης κλίμακας μεταφορά υλικών που συμβαίνει στην επιφάνεια του πλανήτη μας. Η απόθεση των μεταφερόμενων φερτών υλικών οδηγεί στο σχηματισμό πολλών τύπων ιζηματογενών πετρωμάτων, που αποτελούν γεωλογικό αρχείο για την καταγραφή της Ιστορίας της Γης.
Κύκλος του νερού
Ο κύκλος του νερού Κύριο λήμμα: Κύκλος του νερού Το φυσικό νερό (πηγών, ποταμών κ.λ.π.) δεν είναι καθαρή χημική ένωση. Περιέχει σχεδόν πάντοτε διαλυμένα ανόργανα άλατα, αέρια και άλλες ουσίες, πολλές φορές και οργανικές. Σχηματίζεται από τη συμπύκνωση των υδρατμών που παράγονται από την εξάτμιση του νερού των ποταμών, των λιμνών και των θαλασσών που πέφτει ως βροχή, χιόνι ή χαλάζι.
Το νερό της βροχής διαλύει διάφορα συστατικά της ατμόσφαιρας, π.χ. διοξείδιο του άνθρακα (CΟ2), λίγο οξυγόνο και άζωτο, συμπαρασύρει σκόνη, αιθάλη και άλλες αιωρούμενες ουσίες. Φτάνει στη γη ως αραιότατο οξύ, λόγω του διαλυμένου διοξειδίου του άνθρακα. Για το λόγο αυτόν, το φυσικό νερό διαλύει τα δυσδιάλυτα ανθρακικά άλατα του ασβεστίου και του μαγνησίου και τα μετατρέπει σε ευδιάλυτα όξινα ανθρακικά άλατα των στοιχείων.
Κατά την εξάτμιση του νερού από την επιφάνεια της γης απορροφάται το 30% της ενέργειας του ήλιου που φτάνει στην επιφάνεια της γης με μορφή ακτινοβολίας. Σε αυτό οφείλονται μετεωρολογικά φαινόμενα όπως τυφώνες και τροπικές καταιγίδες[5].
Επιπλέον το κλίμα μιας περιοχής εξαρτάται από την εγγύτητα σε γεωγραφικές περιοχές νερού αλμυρές ή γλυκές, όσο πιο κοντά είναι μια περιοχή σε νερό τόσο πιο ομαλό είναι το κλίμα εξ' αιτίας της μεγάλης θερμοχωρητικότητας του νερού.
Ο κύκλος του νερού (γνωστός επιστημονικά ως «υδρολογικός κύκλος») αναφέρεται στη συνεχόμενη ανταλλαγή του νερού μέσα στην υδρόσφαιρα, δηλαδή μεταξύ ατμόσφαιρας, επιφανειακού νερού, εδαφικού νερού, υπόγειου νερού και βιόσφαιρας.
Το νερό κινείται αέναα μεταξύ αυτών των περιοχών του υδρολογικού κύκλου που αποτελείται (κυρίως) από τις ακόλουθες μεταφορικές διεργασίες:
Εξάτμιση του νερού από τις επιφάνειες των ωκεανών, τις υπόλοιπες υδάτινες επιφάνειες αλλά και τη διαπνοή της βιόσφαιρας (φυτά, ζώα, άνθρωποι κ.τ.λ.) στην ατμόσφαιρα. Συμπύκνωση (συνήθως) σε σύννεφα που περιέχουν σταγονίδια ή και παγοκρυστάλλους και κατακρήμνιση του νερού από τα σύννεφα (συνήθως) με τις μορφές των διαφόρων μετεωρολογικών φαινομένων. Επιστροφή με αποστράγγιση στη θάλασσα, σε άλλες υδάτινες επιφάνειες και στη βιόσφαιρα. Το μεγαλύτερο ποσοστό του νερού των υδρατμών πάνω από τους ωκεανούς επιστρέφει στους ωκεανούς, αλλά οι άνεμοι μεταφέρουν το υπόλοιπο ποσοστό πάνω από την ξηρά με τον ίδιο ρυθμό με την αποστράγγιση του επιφανειακού ύδατος στη θάλασσα. Ο ρυθμός αυτός εκτιμήθηκε σε 47 τρισεκατομμύρια τόννους ύδατος το χρόνο. Πάνω από την ξηρά, η εξάτμιση υδάτινων επιφανειών της ξηράς και η διαπνοή της βιόσφαιρας συνεισφέρουν (κατ' εκτίμηση) άλλους 72 τρισεκατομμύρια τόννους ύδατος το χρόνο. Συνολικά μια κατακρήμνιση με ρυθμό που εκτιμήθηκε σε 119 τρισεκατομμύρια τόννους ύδατος το χρόνο, συμβαίνει πάνω από την ξηρά. Η κατακρήμνιση αυτή γίνεται με τα διάφορα μετεωρολογικά φαινόμενα. Τα πιο συνηθισμένα από αυτά περιλαμβάνουν τη βροχή, το χιόνι, το χαλάζι, την ομίχλη, τη δροσιά και την πάχνη[67]. Η δροσιά είναι σταγονίδια νερού που συμπυκνώνονται όταν υψηλής συγκέντρωσης υδρατμοί έρθουν απευθείας σε επαφή με ψυχρό έδαφος. Αν το έδαφος είναι πολύ ψυχρό, μπορεί η δροσιά να μετατραπεί σε πάχνη, με την κρυστάλλωση των σταγονιδίων σε μικρούς παγοκρυστάλλους. Η δροσιά και η πάχνη εμφανίζονται συνήθως την αυγή, λίγο πριν ανατείλει ο ήλιος, οπότε συνήθως η θερμοκρασία του εδάφους είναι η ελάχιστη[68]. Συμπυκνωμένη υγρασία στον αέρα μπορεί επίσης να αναλύσει το ηλιακό φως σχηματίζοντας τοπικά και πρόσκαιρα ουράνιο τόξο.
Ένα ποσοστό των κατακρημνίσεων συσσωρεύεται σε ρυάκια ή και σε χειμάρρους που τελικά ενώνονται σε ποταμούς. Ένα μαθηματικό μοντέλο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να προσομοιάσει τη ροή των χειμάρρων και των ποταμών και να υπολογίσει παραμέτρους ποιότητας του ύδατος ονομάζεται «μοντέλο υδρολογικής μεταφοράς». Κάποιο ποσοστό από το νερό των ποταμών διοχετεύεται μέσω της άρδευσης στις αγροτικές εκμεταλλεύσεις. Ακόμη, τα ποτάμια, οι λίμνες και οι θάλασσες συχνά παρέχουν ευκαιρίες για ταξίδια και εμπόριο. Μέσω της αποσάθρωσης και της διάβρωσης, οι κατακρημνίσεις μεταβάλλουν το σχήμα του περιβάλλοντός μας, σχηματίζοντας κοιλάδες και δέλτα, που παρέχουν εύφορα εδάφη που χρησιμοποιούνται ως πληθυσμιακά κέντρα. Μια πλημμύρα συμβαίνει όταν μια χαμηλή (συνήθως) περιοχή ξηράς καταλαμβάνεται από νερό. Αυτό συχνά συμβαίνει όταν ποτάμια υπερχειλίζουν και πλημμυρίζουν τις γύρω χαμηλές περιοχές, αλλά μερικές φορές και η θάλασσα πλημμυρίζει παράκτιες χαμηλές περιοχές. Μια παρατεταμένη ξηρασία για μήνες ή ακόμη και για χρόνια δημιουργεί σε μια περιοχή έλλειψη στην παροχή νερού. Αυτό συμβαίνει όταν μια περιοχή λαμβάνει για σημαντικό συνεχές χρονικό διάστημα κατακρημνίσεις κάτω από τον αναμενόμενο μέσο όρο.
Αποθήκευση «γλυκού» νερού Κύριο λήμμα: Υδάτινοι πόροι
Ένας φυσικός υγρότοπος. Κάποιο ποσοστό του βρόχινου νερού παγιδεύεται για κάποιες χρονικές περιόδους, π.χ. σε λίμνες. Σε μεγάλα υψόμετρα, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του χειμώνα, και πολύ βόρεια ή και πολύ νότια, το χιόνι συσσωρεύεται σε παγοκαλύμματα, στρώματα χιονιού και παγετώνες. Επίσης κάποιο νερό διηθείται από το έδαφος και πηγαίνει σε υδροφορείς, δηλαδή υπόγεια αποθέματα νερού. Αυτό το υπεδάφειο νερό αργότερα κυλά πίσω στην επιφάνεια από τις πηγές, ή και πιο θεαματικά, από τις θερμές πηγές και τους θερμοπίδακες. Το υπεδάφειο νερό μπορεί επίσης να εξαχθεί τεχνητά με πηγάδια. Αυτή η αποθήκευση νερού είναι σημαντική, εφόσον το «γλυκό» νερό είναι ζωτικό για τους ανθρώπους και τα υπόλοιπα έμβια όντα της ξηράς. Σε πολλά μέρη του κόσμου, όμως, αυτή η παροχή είναι ανεπαρκής.
Οι υδάτινοι πόροι είναι διαθέσιμες πηγές νερού που είναι χρήσιμες ή εν δυνάμει χρήσιμες για τον άνθρωπο και την οικονομία του. Οι ανθρώπινες χρήσεις νερού περιλαμβάνουν τη γεωργία, τη βιομηχανία, την οικιακή χρήση, την αναψυχή και κάποιες περιβαλλοντολογικές δραστηριότητες. Ουσιαστικά όλες οι ανθρώπινες χρήσεις απαιτούν «γλυκό» νερό.
Ωστόσο, το 97% του νερού στη Γη είναι «αλμυρό» νερό, και μόνο το 3% είναι «γλυκό»: Λίγο παραπάνω από τα δύο τρίτα (2/3) αυτού του «γλυκού νερού» βρίσκεται σε παγετώνες και στα πολικά παγοκαλύμματα[69]. Το υπόλοιπο (~1%) βρίσκεται με τη μορφή υγρού «γλυκού» νερού, κυρίως ως υπεδάφειο νερό, και μόνο ένα πολύ μικρό κλάσμα του συνολικού νερού της Γης βρίσκεται στην επιφάνεια του πλανήτη μας ή και στην ατμόσφαιρά του[70].
Με το όρο γλυκό ύδωρ χαρακτηρίζεται σε αντίθεση προς τη θάλασσα κάθε υδάτινη έκταση με γλυκό νερό π.χ. λίμνες, ποταμοί. Για την περίπτωση αυτή έχει ορισθεί ειδική γραμμή φόρτωσης πλοίου (μέγιστου δυνατού φορτίου) που ονομάζεται γραμμή φόρτωσης γλυκέων υδάτων (fresh water line). Επίσης στα πλοία, χαρακτηρίζεται γλυκό νερό το νερό που τοποθετείται στις δεξαμενές γλυκέος ύδατος (fresh water tanks) για διάφορες χρήσεις. Το πόσιμο νερό πρέπει να είναι διαυγές, άχρωμο, άοσμο, δροσερό (θερμοκρασίας 7 - 11 βαθμών Κελσίου). Πρέπει να περιέχει μικρή ποσότητα ανόργανων αλάτων (0,5 g/L), γιατί το καθαρό νερό χωρίς διαλυμένα άλατα είναι βλαβερό για τον οργανισμό, εξαιτίας της μεγάλης διαπιδυτότητας των κυττάρων. Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο τα θαλασσινά ψάρια πεθαίνουν όταν μεταφερθούν σε γλυκό νερό και ψάρια του γλυκού νερού πεθαίνουν αμέσως μόλις τοποθετηθούν μέσα σε αποσταγμένο νερό, γιατί καταστρέφονται τα ερυθρά αιμοσφαίρια (αιμόλυση). Το πόσιμο νερό περιέχει διαλυμένο οξυγόνο, άζωτο, διοξείδιο του άνθρακα, ελάχιστα ίχνη οργανικών ουσιών, καθώς και ίχνη φυτικών μικροοργανισμών. Το πόσιμο νερό πρέπει να εξετάζεται φυσικά (θερμοκρασία, διαύγεια, γεύση, οσμή), χημικώς (ποιοτικός και ποσοτικός έλεγχος ουσιών, σκληρομετρία), μικροσκοπικά (έρευνα μικροοργανισμών), βακτηριολογικά (καλλιέργεια των μικροβίων του νερού) και τοπογραφικά (θέση πηγής, διαδρομής του νερού).
Το πρόβλημα της λειψυδρίας Το «γλυκό νερό» είναι ένας ανανεώσιμος πόρος, αλλά παρ'όλα αυτά η παγκόσμια προμήθεια καθαρού «γλυκού» νερού σταθερά μειώνεται[71]. Η ζήτηση νερού ήδη ξεπερνά την προσφορά σε πολλά μέρη του κόσμου, καθώς ο παγκόσμιος πληθυσμός συνεχίζει να αυξάνεται, και επομένως το ίδιο και η παγκόσμια ζήτηση νερού. Η εγρήγορση για την παγκόσμιας σημασίας διατήρησης νερού για την εξυπηρέτηση οικοσυστημάτων έχει μόλις πρόσφατα αρχίσει να αναπτύσσεται, συγκεκριμένα κατά τον 20ό αιώνα, και πάνω από τους μισούς υγρότοπους της Γης έχουν (δυστυχώς) χαθεί για τις πολύτιμες οικολογικές τους υπηρεσίες. Το νομικό πλαίσιο για την κατανομή των υδάτινων πόρων στους χρήστες νερού (όπου ένα τέτοιο πλαίσιο υπάρχει) είναι γνωστό ως «δικαιώματα στο νερό» (water rights).
Εξαιτίας της ραγδαίας αύξησης του πληθυσμού της Γης, της μαζικής κατανάλωσης, της κατάχρησης των φυσικών πόρων, της ρύπανσης και μόλυνσης του νερού η διαθεσιμότητα του πόσιμου νερού δεν επαρκεί για να καλύψει τις ανάγκες της σύγχρονης εποχής και διαρκώς μειώνεται. Για αυτό το λόγο, το νερό αποτελεί στρατηγικής σημασίας αγαθό σε όλην την υφήλιο και άρχισε ήδη να αποτελεί αιτία για πολλές πολιτικές διενέξεις. Πολλοί έχουν προβλέψει ότι το καθαρό νερό θα γίνει το πετρέλαιο του μέλλοντος καθιστώντας τον Καναδά, με τα πλεονάζοντα αποθέματα «γλυκού» νερού, την πιο πλούσια χώρα του πλανήτη. Σύμφωνα με την έρευνα της UNESCO που πραγματοποιήθηκε το 2003 για τα παγκόσμια αποθέματα νερού, υπολογίζεται ότι στα επόμενα 20 χρόνια η ποσότητα του νερού που αναλογεί στον καθένα προβλέπεται να μειωθεί κατά 30%.
Σήμερα ένα ποσοστό 40% από τους ανθρώπους που ζουν στη γη δεν έχει επαρκές νερό ακόμα και για υποτυπώδη υγιεινή. Περισσότεροι από 2,2 εκατομμύρια άνθρωποι πέθαναν το 2000 από ασθένειες που σχετίζονται με την κατανάλωση μολυσμένου νερού, ή με ξηρασία. Το 2004, σε μια έρευνα που πραγματοποιήθηκε από τη φιλανθρωπική οργάνωση WaterAid αναφέρεται ότι στη Βρετανία ένα παιδί πεθαίνει κάθε 15 δευτερόλεπτα από ασθένειες που σχετίζονται με το μολυσμένο νερό. Το πόσιμο νερό (τώρα πολυτιμότερο από κάθε άλλη φορά στην ιστορία λόγω της εντατικής χρησιμοποίησης του στη γεωργία, στη σύγχρονή βιομηχανία και στην παραγωγή ενέργειας) χρειάζεται καλύτερη διαχείριση και λογική χρήση εάν δεν επιθυμούμε να ζήσουμε τραγικές καταστάσεις στο μέλλον.
Ιαματικές πηγές Κύριο λήμμα: Ιαματικές πηγές Το νερό της βροχής μερικές φορές διεισδύει μέσα στο έδαφος και γίνεται θερμότερο, γι' αυτόν το λόγο διαλύει περισσότερες στερεές ουσίες με τις οποίες έρχεται σε επαφή. Το νερό αυτό βγαίνει στην επιφάνεια και σχηματίζει πηγές που λέγονται "θερμές πηγές" ή "μεταλλικές" ή "ιαματικές". Ανάλογα με τις ουσίες που είναι διαλυμένες στο νερό, οι θερμές πηγές διακρίνονται σε διάφορες κατηγορίες, όπως σε "οξυανθρακικές" (Νιγρίτα, Σουρωτή), που περιέχουν διοξείδιο του άνθρακα, "θειούχες" ( Λαγκαδάς, Σέδες, Σιδηρόκαστρο), που περιέχουν υδρόθειο και άλλα θειούχα άλατα, "αλκαλικές" (Λουτράκι, Αιδηψός), που περιέχουν όξινο ανθρακικό νάτριο ή λίθιο, "πικρές", που περιέχουν θειικό μαγνήσιο, θειικό νάτριο, "σιδηρούχες" και τέλος "ραδιενεργές", λόγω των ραδιενεργών αερίων που περιέχουν. Οι Ιαματικές πηγές εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στην πόλη Σπα του Βελγίου.
Το θαλάσσιο νερό Κύριο λήμμα: Θαλάσσιο νερό Το θαλάσσιο νερό περιέχει κατά μέσο όρο 3,5% χλωριούχο νάτριο συν μικρότερα ποσοστά άλλων διαλυμένων ουσιών. Οι φυσικές ιδιότητες του θαλάσσιου νερού διαφέρουν (λίγο) από τις ιδιότητες του «γλυκού» νερού, με κάποιες αξιόλογες επιπτώσεις. Για παράδειγμα, παγώνει σε χαμηλότερη θερμοκρασία (περίπου στους -1,9 °C) και η πυκνότητά του αυξάνεται με τη μείωση της θερμοκρασίας ως το σημείο τήξης του, αντί να φθάνει στη μέγιστη πυκνότητά του γύρω στους 4 °C. Η αλμυρότητα του θαλάσσιου νερού κυμαίνεται σημαντικά, από περίπου 0,7%, στη Βαλτική Θάλασσα, ως περίπου 4,0%, στην Ερυθρά Θάλασσα.
Το φαινόμενο της παλίρροιας Κύριο λήμμα: Παλίρροια
Το φαινόμενο της παλίρροιας (πλημμυρίδα-άμπωτη) Οι παλίρροιες είναι ένας περιοδικός κύκλος ανόδου (πλημμυρίδα) και καθόδου (άμπωτη) του τοπικού επιπέδου της θαλάσσιας επιφάνειας, η οποία προκαλείται από τις παλιρροιακές (βαρυτικές ουσιαστικά) δυνάμεις της Σελήνης και του Ήλιου πάνω στο νερό των ωκεανών. Οι παλίρροιες προκαλούν προσωρινές αλλαγές στο θαλάσσιο βάθος και δημιουργούν παλιρροιακά ρεύματα, όπως π.χ. στον Πορθμό του Ευρίπου. Η αλλαγή της παλίρροιας προκαλείται ως συνέπεια της αλλαγής της θέσης Σελήνης και Ήλιου σε σχέση με τη Γη, σε συνδυασμό με την περιστροφή του πλανήτη, αλλά και την τοπική βαθυμετρία. Η απογύμνωση της παραλίας που βυθίζεται κατά την πλημμυρίδα και αποκαλύπτεται κατά την άμπωτη, είναι το αποτέλεσμα της θέσης της παλιρροιακής ζώνης και αποτελεί ένα ση μαντικό οικολογικό παράγωγο της θαλάσσιας παλίρροιας.
Ιστορία Ο Χένρι Κάβεντις έδειξε ότι το νερό αποτελείται από οξυγόνο και υδρογόνο το 1781.[72] Η πρώτη αποσύνθεση του νερού σε υδρογόνο και οξυγόνο, με ηλεκτρόλυση, έγινε το 1800 από τον Άγγλο χημικό Γουίλλιαμ Νίκολσον (William Nicholson) και τον Άντονυ Κάρλισλ (Anthony Carlisle).[72][73] Το 1805, οι Ζοζέφ Λουί Γκαι-Λυσάκ (Joseph Louis Gay-Lussac) και Αλεξάντερ φον Χούμπολτ (Alexander von Humboldt) έδειξαν ότι το νερό αποτελείται από δύο μέρη υδρογόνου και ένα μέρος οξυγόνου.[74]
Ο Γκίλμπερτ Νιούτον Λιούις (Gilbert Newton Lewis) απομόνωσε το πρώτο δείγμα βαρέος ύδατος το 1933.[75]
Οι ιδιότητες του νερού ιστορικά χρησιμοποιήθηκαν για να ορίσουν διάφορες κλίμακες μέτρησης θερμοκρασίας. Οι πιο αξιοσημείωτες ήταν, οι κλίμακες Κέλβιν, Κελσίου, Ράνκιν και Φαρενάιτ. Αυτές ορίστηκαν με βάση τις κανονικές θερμοκρασίες τήξης και βρασμού του νερού. Λιγότερο συνηθισμένες ήταν οι κλίμακες Ντελίσλ, Νιούτον, Ρεωμύρου και Ρόμερ, που ορίστηκαν ομοίως. Το τριπλό σημείο του νερού χρησιμοποιείται πολύ συχνά ως σημείο αναφοράς στις μέρες μας.
Νερό και ζωή
Μια όαση είναι μια απομονωμένη πηγή νερού (συνήθως) με βλάστηση τριγύρω μέσα σε μια έρημο.
Σύνοψη της φωτοσύνθεσης και την κυτταρικής αναπνοής. Η σημασία του βιολογικού ρόλου του νερού καθίσταται εμφανής αν υπολογίσει κανείς ότι στο εσωτερικό περιβάλλον των κυττάρων το νερό καταλαμβάνει ένα πολύ μεγάλο ποσοστό της κατά βάρος σύστασής των, που μπορεί να μην είναι το ίδιο σε όλα τα κύτταρα, και που κυμαίνεται μεταξύ 70 και 90%. Και ακόμη ότι το μεσοκυττάριο υγρό αποτελεί το υδατικό περιβάλλον που αναπτύσσονται τα κύτταρα των πολυκύτταρων οργανισμών. Από μια βιολογική σκοπιά, το νερό περιέχει πολλές ιδιότητες που είναι κρίσιμες για τη διατήρηση της ζωής (τουλάχιστον όπως αυτή είναι γνωστή στη Γη), γεγονός που το ξεχωρίζει από άλλες ουσίες. Οι σημαντικότεροι λόγοι που καθιστούν το νερό τόσο απαραίτητο στοιχείο της ζωή είναι ακριβώς οι φυσικοχημικές του ιδιότητες που αποτελούν απόρροια της πολικότητάς του και της ικανότητας των μορίων του να συνδέονται μεταξύ τους με δεσμούς υδρογόνου. Αναλυτικότερα οι φυσικοχημικές του αυτές ιδιότητες είναι:
Η μεγάλη διαλυτική του ικανότητα. Η μεγάλη αντίσταση σε θερμικές μεταβολές, (μεγαλύτερη θερμοχωρητικότητα από κάθε υγρό). Η ανάπτυξη ισχυρών δυνάμεων συνοχής και συνάφειας. Η μεγαλύτερη πυκνότητά του σε υγρή μορφή απ΄ ότι σε στερεή. Η αντιστρεπτή διάσταση του νερού σε κατιόντα υδρογόνου και ανιόντα υδροξυλίου, γεγονός που το καθιστά έναν αμφολύτη. Πραγματοποιεί τις παραπάνω ιδιότητες ώστε να ασκήσει επιτυχώς τον καθοριστικό για ζωή ρόλο του, επιτρέποντας σε οργανικές ενώσεις να αντιδρούν με τρόπους που τελικά επιτρέπουν την επανάληψη. Όλες οι γνωστές μορφές ζωής εξαρτώνται από το νερό. Το νερό είναι ζωτικό πρώτα απ' όλα ως διαλύτης, στον οποίο πολλές σημαντικές για τη ζωή ουσίες διαλύονται, αφού περισσότερες χημικές ουσίες που παρατηρούνται στο εσωτερικό των κυττάρων είναι ευδιάλυτες στο νερό, Το γεγονός αυτό επιτρέπει στις διαλυμένες ουσίες την εύκολη μετακίνησή τους από το ένα σημείο του οργανισμού, ή και του κυττάρου ειδικότερα, σε άλλο και κατά συνέπεια την επαφή τους και την εξ αυτής πραγματοποίηση των χημικών αντιδράσεων μέσα στο κύτταρο. Είναι επίσης χρήσιμο και ως ενεργό συστατικό που παίρνει μέρος σε πολλές και ζωτικές μεταβολικές διεργασίες. Ο μεταβολισμός αποτελεί το άθροισμα του αναβολισμού και του καταβολισμού. Στον αναβολισμό, το νερό αποσπάται από τα μόρια (μέσω χημικών αντιδράσεων που απαιτούν την παρουσία ενζύμων) με σκοπό να οικοδομηθούν μεγαλύτερα μόρια, όπως το άμυλο, το γλυκογόνο, η κυτταρίνη, τα τριγλυκερίδια και οι πρωτεΐνες, με σκοπό να κατασκευαστούν δομικά υλικά ή και να αποθηκευθούν βιολογικά καύσιμα ή και πληροφορίες. Ο καταβολισμός είναι ο αντίστροφος βιολογικός μηχανισμός κατά τον οποίο μεγαλύτερα μόρια υδρολύονται σε μικρότερα, όπως γλυκόζη, γλυκερίνη, λιπαρά οξέα και αμινοξέα, για να χρησιμοποιηθούν ως πρώτη ύλη για νέο αναβολισμό ή και την παραγωγή ενέργειας για τις ανάγκες του οργανισμού. Χωρίς το νερό καμία από τις δύο αυτές μεταβολικές διεργασίες δεν θα μπορούσε να υπάρχει (με τα παρόντα δεδομένα, τουλάχιστον).
Το νερό είναι θεμελιώδες για τη φωτοσύνθεση και την κυτταρική αναπνοή. Τα φωτοσυνθετικά κύτταρα χρησιμοποιούν την ηλιακή ενέργεια για να διαχωρίσουν το υδρογόνο του νερού από το οξυγόνο. Το υδρογόνο στη συνέχεια συνδυάζεται με το διοξείδιο του άνθρακα (που απορροφάται από τον ατμοσφαιρικό αέρα ή το νερό), για να συντεθεί γλυκόζη και να ελευθερωθεί και άλλο οξυγόνο. Από την άλλη, όλα τα ζωντανά κύτταρα μπορούν να χρησιμοποιήσουν τέτοια βιολογικά καύσιμα (όπως η γλυκόζη), για να οξειδώσει το υδρογόνο τους σε νερό και τον άνθρακά τους σε διοξείδιο του άνθρακα, και να αξιοποιήσουν έτσι έμμεσα την ηλιακή ενέργεια που είχε αποθηκευθεί σ' αυτά κατά τη φωτοσύνθεση. Το φαινόμενο του καταβολισμού βιολογικών καυσίμων στα κύτταρα για την παραγωγή ενέργειας ονομάζεται κυτταρική αναπνοή.
Το νερό είναι επίσης κεντρικό συστατικό για τη διατήρηση της οξεοβασικής ουδετερότητας και άρα τη
Η γλουτένη (από το λατινικό: (ουδ.) gluten/glutinis που σημαίνει «κόλλα») είναι μία πρωτεϊνικής φύσεως κολλώδης ύλη του ενδοσπερμίου πολλών δημητριακών καρπών, όπως του μαλακού σιταριού, του κριθαριού και της σίκαλης. Η γλουτένη αποτελείται από τις πρωτεΐνες γλοιαδίνη και γλουτελίνη.
wiktionary logo Το Βικιλεξικό έχει σχετικό λήμμα: γλουτένη wiktionary logo Το Βικιλεξικό έχει σχετικό λήμμα: αλευρόκολλα Χημική σύσταση Η γλοιαδίνη είναι διαλυτή σε 70% αλκοόλη και η γλουτελίνη είναι διαλυτή σε αραιά οξέα ή αλκάλια. Το σύνολο αυτών στο νερό δίδει μια κολλοειδή ουσία στο σώμα της γλουτένης.
Η γλουτένη στην αρτοποιία Στη γλουτένη οφείλεται το «φούσκωμα» του ζυμαριού του ψωμιού. Δημητριακά με υψηλή περιεκτικότητα σε γλουτένη είναι το σιτάρι, το ντίνκελ, το μονόκοκκο, το σκληρό σιτάρι και η σίκαλη. Βρώμη και κριθάρι έχουν μια χαμηλή αναλογία γλουτένης. Δημητριακά όπως τεφ, κεχρί, καλαμπόκι, ρύζι καθώς και ψευδο-δημητριακά όπως κινόα, αμάρανθος και το φαγόπυρο είναι χωρίς γλουτένη.
Λόγω της κολλοειδούς δομής της δημιουργεί συσσωματώματα με τους κόκκους του αμύλου και σε πλήρη συμβολή με τη μαγιά (ζυμομύκητες του γένους Saccharomyces) δημιουργούν μικρούς θύλακες αέρα (διοξειδίου του άνθρακα) που δημιουργούν οι ζύμες με τον μεταβολισμό τους.
Διατροφικά προβλήματα Η γλουτένη μπορεί να δίνει μεγάλο πλεονέκτημα στην αρτοποιία αλλά σε μια ομάδα ανθρώπων δημιουργεί δυσανεξία που ονομάζεται κοιλιοκάκη και στομαχο-εντερικά προβλήματα.
Σκοπός του παρόντος άρθρου είναι να διερευνήσει από πότε εμφανίζεται η παρότρυνση για αγώνα υπέρ της θρησκείας και της πατρίδας σε ένα ενιαίο φραστικό σχήμα παρόμοιο με το γνωστό σύνθημα του 1821[1]. Θεωρώ ότι η σύνδεση των δύο εννοιών – θρησκείας και πατρίδας – σε στερεοτυπικές φράσεις για πολεμική χρήση, είναι ένας σημαντικός δείκτης λαϊκής εθνικής συνείδησης. Αυτά τα συνθήματα διακηρύσσονται από πρόσωπα ή θεσμούς που έχουν κάποια εξουσία (πολιτικοί, στρατιωτικοί ή θρησκευτικοί ηγέτες, διανοούμενοι) και απευθύνονται σε μεγάλες λαϊκές μάζες (συνήθως στρατιώτες ή επαναστάτες) υπό πολεμικές συνθήκες όπου έχει μεγάλη σημασία τα μηνύματα να είναι ευκόλως κατανοητά, αποδεκτά και ενωτικά. Η συνεχής χρήση τέτοιων φραστικών σχημάτων από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα και από διάφορες ευρωπαϊκές εθνότητες δείχνει ότι αυτά αντανακλούν κάποια βασικά ανθρώπινα συναισθήματα και αντιλήψεις και ότι δεν είναι προϊόντα επιτηδευμένης διανόησης και παιδείας.
Ο εορτασμός της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 γίνεται στην Ελλάδα, την Κύπρο και σε όλο τον κόσμο από τους Έλληνες της διασποράς στις 25 Μαρτίου κάθε χρόνο, την ημέρα εορτασμού και του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Η ημέρα αυτή είναι επίσημη αργία στην Ελλάδα και στην Κύπρο. Συνήθως οι εκδηλώσεις εορτασμού περιλαμβάνουν παρελάσεις και άλλες εορταστικές εκδηλώσεις την ίδια ημέρα ή την προηγούμενη.
Οι μεγαλύτερες εκδηλώσεις είναι η στρατιωτική παρέλαση στην Αθήνα την 25η Μαρτίου και στη Θεσσαλονίκη αντίστοιχα, ενώ την προηγούμενη, στις 24 Μαρτίου, πραγματοποιείται μαθητική εορτή στα σχολεία της χώρας. Σε άλλους Δήμους, γίνονται παρελάσεις στρατιωτικών τμημάτων, μαθητών, συλλόγων κλπ. καθώς και δοξολογίες σε ναούς.
Ο εορτασμός σε αυτή την ημέρα καθιερώθηκε το 1838 με το Βασιλικό Διάταγμα 980 / 15(27)-3-1838 από την Κυβέρνηση του Όθωνα.
Ιστορικό Η 25η Μαρτίου, ημέρα του Ευαγγελισμού, είχε οριστεί ως ημέρα έναρξης της Ελληνικής Επανάστασης, κατά του Τουρκικού ζυγού, από τον αρχηγό της Φιλικής Εταιρείας Αλέξανδρο Υψηλάντη[1][2][3] «ως ευαγγελιζομένη την πολιτικήν λύτρωσιν του ελληνικού έθνους».[4] Η ημερομηνία αυτή θεωρήθηκε ως σημείο αναφοράς από τις πρώτες ήδη ημέρες της Επανάστασης, και μάλιστα ως έναρξη ειδικής χρονολόγησης, ακόμα και σε περιοχές που είχαν επαναστατήσει νωρίτερα.[5] Τουλάχιστον από το 1823 εθεωρείτο στην Πελοπόννησο ως ημέρα έναρξης της επανάστασης.[6]
Το 1822, η προσωρινή κυβέρνηση που είχε έδρα την Κόρινθο, αποφάσισε να εορταστεί η επέτειος της Επανάστασης μαζί με το Πάσχα (2 Απριλίου, παλ. ημ.). Ο εορτασμός έγινε στην Κόρινθο με στρατιωτική πομπή, πανηγυρική δοξολογία και κανονιοβολισμούς, όπως περιγράφει ο Γερμανός εθελοντής Striebeck που την παρακολούθησε.[7]
Κατά τον συγγραφέα Δ. Φωτιάδη και άλλους, ως εθνική γιορτή πριν το 1838 θεωρούνταν η 1η Ιανουαρίου[8][9], ημερομηνία κατά την οποία ψηφίστηκε από την 1η Εθνοσυνέλευση της Πιάδας (Νεας Επιδαύρου) το 1ο Ελληνικό «Σύνταγμα», ήτοι «Προσωρινό Πολίτευμα»[10]. Πιστεύεται λοιπόν πως με την αλλαγή της ημερομηνίας «η εθνική γιορτή έχανε τον πολιτικό και επαναστατικό χαρακτήρα και έπαιρνε θρησκευτική απόχρωση» με ό,τι συνεπαγόταν κάτι τέτοιο για τις διεκδικήσεις περί δημοκρατικότητας και συντάγματος[11] Η ιστορικός Χρ. Κουλούρη που ερεύνησε τους εορτασμούς τύπου εθνικής εορτής από το 1834 και μετά, δεν περιλαμβάνει σ' αυτές την 1η Ιανουαρίου αλλά έξι ημερομηνίες σχετιζόμενες με τη βασιλική οικογένεια. Κυριότερη εορτή πριν την καθιέρωση της 25 Μαρτίου ήταν η 25 Ιανουαρίου, επέτειος την αποβίβαση του Όθωνα στο Ναύπλιο (1833).[12]
Ο αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας που οργάνωσε την Επανάσταση, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, άρχισε τις επιχειρήσεις και την έναρξή της στο Ιάσιο την 24 Φεβρουαρίου 1821. Εν τούτοις, τα εκεί συμβάντα χαρακτηρίστηκαν από την κοινή συνείδηση και καθιερώθηκαν από την ιστορία ως κάτι μεμονωμένο, κάτι σαν πρόλογος της Επανάστασης. Η πλήρης αποτυχία του κινήματος σε μια μη ελληνική χώρα, ίσως και η απογοήτευση των Ελλήνων για την πλάνη περί της υποστήριξης από τη Ρωσία που είχε διαδώσει η Φ. Εταιρεία, υπήρξαν τα κύρια αίτια του διαχωρισμού των συμβάντων της Μολδοβλαχίας από τα επαναστατικά γεγονότα της Ελλάδας. Η Πολιτεία, επικύρωσε το επικρατούν εθνικό συναίσθημα καθιερώνοντας ως ημέρα εθνικού εορτασμού της Επανάστασης την 25η Μαρτίου.[13]
Κατά ορισμένες απόψεις, ως ημερομηνία έναρξης της Επανάστασης θεωρείται και η 24 Φεβρουαρίου, οπότε άρχισε η επανάσταση Ελλήνων στη Βλαχία με την προκήρυξη του Αλέξανδρου Υψηλάντη Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος[14]. Έκτοτε και με άλλες επαναστατικές πράξεις που έλαβαν χώρα πολύ πριν την 25η Μαρτίου απλώνεται η επανάσταση στον ελλαδικό χώρο, έως ότου καταλήγει στην επικράτεια της Πελοποννήσου.
Στην Ελλάδα είχαν αρχίσει εχθροπραξίες πριν την 25 Μαρτίου, όπως μαρτυρείται και από τις ειδήσεις που διασώθηκαν στην «Αλληλογραφία του εν Πάτραις Ολλανδικού Προξενείου: 1821», δεδομένου ότι η ολλανδική κυβέρνηση δια του προξένου της στην Πάτρα ενημερώθηκε κατά την 23η Μαρτίου, ότι «από τινος χρόνου σοβούσα επικίνδυνος κατάστασις εξέσπασε και ότι οι Έλληνες ανέλαβον τα όπλα κατά του δυνάστου»[15].
Η επίσημη διακήρυξη των επαναστατών προς τις ξένες κυβερνήσεις έγινε με προκήρυξη της «Μεσσηνιακής Γερουσίας» την 25 Μαρτίου 1821.[16][17] Η 25/3 λογίζεται ως αρχή της Επανάστασης σε δικαστικό έγγραφο της Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδος του 1823, όπου το «Επαρχικόν Κριτήριον Τριπολιτζάς» (είδος δικαστικού οργάνου) αναφέρει ότι «η αποστασία ηκολούθησε εις τας 25 Μαρτίου».[18]
Καθιέρωση Πρώτος ο Παναγιώτης Σούτσος πρότεινε το 1834 την καθιέρωση εορτασμού της Ελληνικής Επανάστασης την 25η Μαρτίου, αναφέροντας ότι ήταν η μέρα γενίκευσης της επανάστασης στην Πελοπόννησο και αναγέννησης της Ελλάδας, σε υπόμνημα το οποίο ο Ιωάννης Κωλέττης υπέβαλε στον Όθωνα ως πρόταση σχεδίου νόμου.[19] Ο ίδιος είχε γράψει ποίημα με τον τίτλο "Η 25 Μαρτίου ή τα γενέθλια της Ελλάδος", το οποίο υπάρχει σε συλλογή που εκδόθηκε το 1835.[20] Το έγγραφο του Κωλέττη, τότε Υπ. Εσωτερικών, έχει ημερομηνία 22 Ιαν./2 Φεβρ. 1835 και προτείνει στον Βασιλέα τη θέσπιση εορτασμών με πανελλήνιους αγώνες παρόμοιους με αυτούς της αρχαίας Ελλάδας. Η εισήγησή του είναι σε γαλλική γλώσσα με γερμανική περίληψη. Αναφέρει ότι ο «περίφημος Γερμανός» (celebre Germanos) κήρυξε την Επανάσταση στις 17 Μαρτίου 1821 στην Αγία Λαύρα, και ότι η επανάσταση γενικεύτηκε στην Πελοπόννησο την 25 Μαρτίου την οποία και θεωρεί ως εναρκτήρια ημερομηνία μιας νέας εποχής για την Ελλάδα. Λέει μάλιστα ότι υπήρχε προφητεία των μοναχών του Μεγάλου Σπηλαίου ότι σ' αυτή την ημερομηνία θα συνέβαινε αναγέννηση της Ελλάδος, και ότι οι Οθωμανοί της Πελοποννήσου το γνώριζαν και κάθε χρόνο αυτή την ημερομηνία έπαιρναν έκτακτα μέτρα ασφαλείας (Διαμαντής, σ. 314). Οι εορτασμοί που πρότεινε ο Κωλέττης περιλάμβαναν διαγωνισμούς στις τέχνες και τα γράμματα και σε διάφορα αγωνίσματα. Θα γίνονταν στην Τρίπολη, την Αθήνα, την Ύδρα και το Μεσολόγγι, εκ περιτροπής μέσα σε μία τετραετία, όπως στην αρχαιότητα οι Ολυμπιακοί, οι Πυθικοί κτλ.[21]
Μετάλλιο του 1836. Επιγραφή: «ΘΕΟΣ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΜΟΥ ΚΑΙ ΥΨΩΣΩ ΑΥΤΟΝ - ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ 25 ΜΑΡΤΙΟΥ 1821». Χάλκινο, διάμετρος 4 cm. Το 1836 τιμήθηκε η 25η Μαρτίου σε συνδυασμό με τα Καλάβρυτα και τον Π. Πατρών Γερμανό με χάλκινο μετάλλιο που κόπηκε με την ευκαιρία του γάμου του βασιλιά Όθωνα και της Αμαλίας. Σ' αυτό εικονίζεται η θρυλική σκηνή, με τον Γερμανό να κρατά υψωμένη σημαία και σταυρό και δύο ένοπλους αγωνιστές σε κίνηση ορκωμοσίας ή χαιρετισμού. Φέρει την επιγραφή «ΘΕΟΣ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΜΟΥ ΚΑΙ ΥΨΩΣΩ ΑΥΤΟΝ - ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ 25 ΜΑΡΤ. 1821» (το απόφθεγμα είναι από την Έξοδο, ιε', 2). Η άλλη όψη του μεταλλίου εικονίζει τον Γερμανό.[22][23]
Ο εορτασμός «εἰς τὸ διηνεκὲς» της Επανάστασης την 25η Μαρτίου καθιερώθηκε το 1838 με το Βασιλικό Διάταγμα 980 / 15(27)-3-1838 [24][25] της Κυβέρνησης Όθωνος και συγκεκριμένα του Γεώργιου Γλαράκη, γραμματέα της Επικρατείας (υπουργού) επί των Εκκλησιαστικών, Δημοσίας Εκπαιδεύσεως και Εσωτερικών. Ο Γλαράκης ήταν ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους του ρωσικού κόμματος, των Ναπαίων, που εκείνη την περίοδο απολάμβανε την εύνοια του Όθωνα. Ο Όθωνας προσπαθούσε να ενισχύσει τη δημοτικότητά του προσεταιριζόμενος την απήχηση των εκφραστών της Ορθοδοξίας, και ενδεχομένως σε αυτό να οφείλεται η θρησκευτική χροιά του διατάγματος και η καθιέρωση της εορτής.[26] Ωστόσο, κατά τον πρώτο εορτασμό της επετείου, το 1838, από τους ξένους πρέσβεις και προσωπικό πρεσβειών απουσίασαν από την εορτή μόνο αυτοί της Ρωσίας και της Αυστρίας με τους υπαλλήλους τους.[27]
Ο πρώτος εορτασμός στην Αθήνα όπου συμμετείχαν ο Βασιλιάς Όθων και η Βασίλισσα Αμαλία, πολιτικές και στρατιωτικές αρχές και πλήθος λαού, έγινε στον Ναό της Αγίας Ειρήνης.[25][28] Ο Μητροπολιτικός Ναός των Αθηνών θεμελιώθηκε την 25 Δεκ. 1842 και αφιερώθηκε στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου για να τιμηθεί η 25 Μαρτίου 1821.[29][30]
Το 1839, ο Αμβρόσιος Φραντζής αναφέρει ότι η 25η Μαρτίου ήταν ημέρα «ρητή και εμφυτευμένη εις τας καρδίας των Πελοποννησίων κτλ. ως ημέρα ενάρξεως της Ελληνικής επαναστάσεως»,.[31]
Μετέπειτα Μετά την επίσημη καθιέρωση του εορτασμού, και ιδίως το 1841, έγινε προσπάθεια οικειοποίησης της επετείου από την αντιπολιτευόμενη αντι-οθωνική μερίδα, με ιδιωτικούς εορτασμούς στους οποίους προβαλλόταν ιδιαίτερα η μορφή του Κοραή.[32] Η εορτή συνέχισε να είναι αντικείμενο κομματικών και τοπικιστικών αντιπαραθέσεων: ιδιαίτερες αντιδράσεις προκάλεσε το 1846 και 1847 η απόφαση του πρωθυπουργού Κωλέττη για την πραγματοποίηση επίσημης τελετής στον τάφο του ρουμελιώτη οπλαρχηγού Γεώργιου Καραϊσκάκη στο Φάληρο, καθώς θεωρήθηκε ότι οδηγούσε σε ταύτιση της Επανάστασης με ένα πρόσωπο.[33]
Παρελάσεις Έως το 1875 ο στρατός βρισκόταν παρατεταγμένος κατά μήκος της διαδρομής της βασιλικής πομπής από τα ανάκτορα προς την εκκλησία και αντίστροφα. Το 1875 πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά παρέλαση του στρατού μπροστά από τα ανάκτορα, πρακτική τρέχουσα από τα μέσα του αιώνα σε δημόσιες γιορτές στη Γαλλία και τα γερμανικά κράτη. Την επόμενη χρονιά, αν και δεν πραγματοποιήθηκε στρατιωτική παρέλαση εξαιτίας βροχής, δίπλα στον στρατό παρατάχθηκε και μία πανεπιστημιακή φάλαγγα. Η πρωιμότερη αναφορά για μαθητική παρέλαση εντοπίζεται το 1899.[34] Τα σχολεία είχαν παραταχθεί και κατά τον εοαρτασμό της 25ης Μαρτίου του 1924, όταν ανακηρύχθηκε η Δημοκρατία. Τα επόμενα χρόνια την παρέλαση του στρατού πλαισίωναν και πρόσκοποι και μαθητές στρατιωτικών σχολών. Το 1932 τα σχολεία της Αθήνας παρήλασαν μπροστά από επισήμους στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη μαζί με τους προσκόπους, τη «φρουρά της πόλης» και τις «εθνικιστικές οργανώσεις». Από το 1936 η μαθητική παρέλαση, που έγινε μπροστά από τον βασιλιά Γεώργιο και τον πρωθυπουργό Μεταξά, έλαβε επίσημο χαρακτήρα. Την περίοδο της δικτατορίας του Μεταξά οι παρελάσεις μαθητών και φαλαγγιτών (μελών της ΕΟΝ) προσέλαβαν μεγάλη σημασία και συνδέθηκαν με τη στρατιωτική παρέλαση. Η πρακτική των μαθητικών παρελάσεων εξακολούθησε κατά την εμφυλιοπολεμική περίοδο και έπειτα έως και μετά τη μεταπολίτευση.[35] Σε διάφορες επαρχιακές πόλεις συμμετέχουν και τοπικές ανώτερες και ανώτατες σχολές, όπως π.χ. στην Κέρκυρα[36][37] και την Πάτρα[38]. Παλαιότερα (μέχρι δεκαετία 1980) συμμετείχαν τα πανεπιστήμια και στην παρέλαση της Αθήνας.
Παρέλαση μαθητών στις 24 Μαρτίου στην Αθήνα Παρέλαση μαθητών στις 24 Μαρτίου στην Αθήνα
Παρέλαση μαθητριών στις 24 Μαρτίου στην Αθήνα Παρέλαση μαθητριών στις 24 Μαρτίου στην Αθήνα
Στρατιωτική παρέλαση για την 25η Μαρτίου στην Αθήνα Στρατιωτική παρέλαση για την 25η Μαρτίου στην Αθήνα
Στρατιωτική παρέλαση στη Νάουσα 15 Απριλίου, προς τιμή των αγώνων κατά την περίοδο της επανάστασης του 1822. Στρατιωτική παρέλαση στη Νάουσα 15 Απριλίου, προς τιμή των αγώνων κατά την περίοδο της επανάστασης του 1822.
Εορτασμός στα σχολεία Στα ελληνικά σχολεία, όλων των βαθμίδων, είθισται να γίνεται μια γιορτή την τελευταία εργάσιμη ημέρα πριν την 25η Μαρτίου η οποία περιλαμβάνει χορούς, δρώμενα και ιστορικό υλικό. Αυτές οι γιορτές μεσοσταθμικά διαρκούν γύρω στις 2 ώρες και την ημέρα δεν διεξάγονται μαθήματα.[39] Μετά γίνεται η κατάθεση στεφάνου από αντιπροσωπεία μαθητών.
Συνήθως οι προετοιμασίες για τις σχολικές εορτές, αλλά και για τις παρελάσεις των μαθητών ξεκινούν μια με δύο εβδομάδες πριν, ενώ οι πρόβες των παρελάσεων συνοδεύονται από την παρουσία τυμπάνων που παίζουν μαθητές. Σύμφωνα με υπουργική απόφαση του 2019, η παρακολούθηση των προβών κρίνεται υποχρεωτική για τους μαθητές και γίνονται υπό την επίβλεψη του καθηγητή γυμναστικής.[40]
Πρόβα για τη μαθητική παρέλαση του Οκτωβρίου στο Άργος. Το ίδιο πράγμα επαναλαμβάνεται και στον Μάρτιο. Οι μαθητές κάνουν πρόβα συνήθως μια με δύο εβδομάδες πριν την παρέλαση. Πρόβα για τη μαθητική παρέλαση του Οκτωβρίου στο Άργος. Το ίδιο πράγμα επαναλαμβάνεται και στον Μάρτιο. Οι μαθητές κάνουν πρόβα συνήθως μια με δύο εβδομάδες πριν την παρέλαση.
Στα σχολεία γίνονται εορτές την τελευταία εργάσιμη ημέρα πριν τις 24 Μαρτίου. Διαβάζονται συνήθως ποιήματα και αναγγέλλονται τραγούδια. Συνήθως δε υπάρχουν παιδιά για την παρουσίαση του προγράμματος. Στα σχολεία γίνονται εορτές την τελευταία εργάσιμη ημέρα πριν τις 24 Μαρτίου. Διαβάζονται συνήθως ποιήματα και αναγγέλλονται τραγούδια. Συνήθως δε υπάρχουν παιδιά για την παρουσίαση του προγράμματος.
Συχνά οι εορτές για την 25η Μαρτίου συνδυάζονται με δρώμενα, όπως π.χ. χοροί με τραγούδια σχετικά με το θέμα. Συχνά οι εορτές για την 25η Μαρτίου συνδυάζονται με δρώμενα, όπως π.χ. χοροί με τραγούδια σχετικά με το θέμα.
Το Μεταπόντιο (αρχ. ελλ. Μεταπόντιον, λατ. Metapontum Μεταπόντουμ, ιταλ. Metaponto Μεταπόντο) ήταν ελληνική αποικία που είχε ιδρυθεί τον 7ο αιώνα π.Χ. από τους Αχαιούς στην Μεγάλη Ελλάδα της Κάτω Ιταλίας[1].
Ιστορία
Ναός της Ήρας στο Μεταπόντιο Προϊστορία Το Μεταπόντιο είναι πανάρχαια Αχαική αποικία, οι παραδόσεις μεταφέρουν την ίδρυση του σε προϊστορικές εποχές.[2] Ο Στράβων και ο Γάϊος Ιούλιος Σόλινος πιστώνουν την ίδρυση του σε ένα σώμα Πυλίων που ακολούθησαν τον Νέστωρα στην Τροία. Ο ιστορικός Ιουστίνος αντίθετα λέει ότι το Μεταπόντιο ίδρυσε ο Επειός ο Φωκεύς, οι κάτοικοι δείχνουν έναν ναό της Μινέρβας και τα εργαλεία τα οποία είχε χρησιμοποιήσει ο ήρωας για να κατασκευαστεί ο Δούρειος Ίππος.[3] Ο Έφορος αναφέρει μια παράδοση με την οποία το Μετεπόντιο ίδρυσαν Φωκείς, αρχηγός τους ήταν ο Δαύλιος, τύραννος της Κρίσας κοντά στους Δελφούς. Ο Αντίοχος ο Συρακούσιος χρεώνει τέλος την ίδρυση του στον ομώνυμο ήρωα Μέταμπων σύζυγο της Μελανίππης και πατέρα του Αίολου και του Βοιωτού.[4]
Αρχαιότητα Το Μεταπόντιο ιδρύθηκε τον 7ο π.Χ. αι. πενήντα περίπου χλμ. νοτιοδυτικά του Τάραντα στην πεδιάδα που περικλείεται από τους ποταμούς Μπασέντο και Μπρατάνο, οι οποίοι λειτουργούσαν σαν λιμάνια του προς την Τυρρηνική θάλασσα[5]. Η πόλη γνώρισε μεγάλη ακμή χάρη στο κομβικό εμπορικό σημείο της και στη γεωργία που αποκαλύπτεται στα πολλά νομίσματα που βρέθηκαν, μερικά από τα οποία φέρουν σαν έμβλημα το στάχυ. Ο Στράβων, βασιζόμενος στον ιστορικό Έφορο, αναφέρει σαν οικιστή του Μεταπόντιου δύο εκδοχές. Τον τύραννο της Κρίσσας Δαύλιο και τον Λεύκιππο από την Σύβαρη[6]. Σκοπός της ίδρυσης της αποικίας από τους Συβαρίτες ήταν να αναχαιτίσουν την επέκταση των Ταραντινών στην περιοχή τους[7]. Ανήκε στην Μεγάλη Ελλάδα και βρισκόταν σε σύρραξη με τις Ιταλικές πόλεις. Στα τέλη του 6ου αι. π.Χ. φιλοξένησε τον Πυθαγόρα και έγινε το κέντρο συνάντησης των Πυθαγορείων μετά την εκδίωξή τους από τον Κρότωνα. Τον 4ο αι. π.Χ. αντιτάχτηκε στην επεκτατική πολιτική των Συρακουσών και του Διονυσίου κάνοντας συμμαχία με τις άλλες Ιωνικές πόλεις της Ιταλίας. Μυθολογία Σύμφωνα με έναν μύθο στο Μεταπόντιο γεννήθηκαν οι δίδυμοι γίοι του Ποσειδώνα και της Άρνης, Αίολος και Βοιωτός. Εκεί αναγκάστηκε να τους γεννήσει η Άρνη όταν ο πατέρας της ανακάλυψε ότι ήταν έγκυος.
Αρχαιολογικοί χώροι και ευρήματα Τα σημαντικότερα αρχαιολογικά μνημεία που σώζονται είναι ο δωρικός Ναός των Παλατινών Πινακίδων του τέλους του 6ου π.Χ. αι., τα λείψανα ναού αφιερωμένου στον Λύκειο Απόλλωνα και η νεκρόπολις στην οποία ανασκάφτηκαν πολλά και σημαντικά ευρήματα[1].
Το νόμισμα του Μεταποντίου Το Μεταπόντιο είχε κόψει νόμισμα και πολλά αρχαία κέρματα έχουν διασωθεί.[8]
Ο αργυρός Ιταλικός στατήρας του 5ου-4ου αι. π.Χ. απεικονίζει και στις δυο όψεις ένα στάχυ. Η μπροστινή όψη φέρει την επιγραφή "ΜΕΤΑ". Το κέρμα έχει διάμετρο 24 mm και ζυγίζει 7,75 γραμ.[8] Ο αργυρός Ιταλικός διόβολος του 4ου αι. π.Χ. απεικονίζει έναν έφηβο, ίσως τον Λίβυο Διόνυσο που φοράει κέρατα τράγου. Η πίσω όψη απεικονίζει στάχυ. Το κέρμα έχει διάμετρο 22 mm και ζυγίζει 7,35 γραμ..[8] Ο αργυρός Ιταλικός στατήρας του 4ου αι. π.Χ. απεικονίζει την προτομή του Λεύκιππου με κορινθιακό κράνος. Πίσω του κάθεται ένας σκύλος. Η πίσω όψη φέρει την επιγραφή "ΜΕΤΑ" και απεικονίζει στάχυ με φύλο και από πάνω ένα περιστέρι που φτερουγίζει. Κάτω από το περιστέρι είναι τα γράμματα "ΑΜ". Το κέρμα έχει διάμετρο 21 mm και ζυγίζει 7,73 γραμ. Νόμισμα του Μεταποντίου, περ. 425-350 π.Χ.
Στατήρας του Μεταποντίου. 5ος-4ος αι. π.Χ. Διόβολος του Μεταποντίου. 4ος αι. π.Χ.
Στην οικολογία, ως οικοθέση αλλιώς και οικολογικός θώκος ή βιοθέση, ορίζεται το σύνολο των αβιοτικών και βιοτικών παραμέτρων του περιβάλλοντος που αξιοποιεί ένας οργανισμός. Κατά τον Τζορτζ Έβελιν Χάτσινσον, η θεμελιώδης οικοθέση μπορεί να περιγραφεί ως ένας πολυδιάστατος χώρος, με κάθε άξονα να αντιπροσωπεύει έναν περιβαλλοντικό παράγοντα, που αποτελείται από το σύνολο των δυνατών περιβαλλόντων μέσα στα οποία μπορεί να ζήσει ένα είδος.
Ο όρος περιέχει όλα τα χαρακτηριστικά και τις σχέσεις που αναπτύσσει ένας οργανισμός στο οικοσύστημα του, όπως τις αναπαραγωγικές του διεργασίες, τις τροφικές σχέσεις ή τις αλληλεπιδράσεις του με ένα βιότοπο. Ένας πληθυσμός μπορεί να έχει στενή ή ευρεία οικοθέση, ανάλογα με τις περιβαλλοντικές παραμέτρους.
Το τρίτιο ή υδρογόνο-3 (σύμβολο T ή ³H, επίσης γνωστό ως υπερβαρύ υδρογόνο) είναι ένα ραδιενεργό ισότοπο του υδρογόνου. Ο πυρήνας του τρίτιου, που μερικές φορές ονομάζεται «τριτόνιο», περιέχει ένα (1) πρωτόνιο και δύο (2) νετρόνια. Το τρίτιο είναι πολύ σπάνιο στη Γη, όπου ιχνοποσότητες του ισοτόπου σχηματίζονται κατά την επίδραση της κοσμικής ακτινοβολίας στην ατμόσφαιρα του πλανήτη. Το όνομα αυτού του ισοτόπου προέρχεται από την ελληνική λέξη «τρίτος».
Παραγωγή Από την κοσμική ακτινοβολία Το τρίτιο υπάρχει στη φύση χάρη στην κοσμική ακτινοβολία, η οποία αλληλεπιδρά με τα ατμοσφαιρικά αέρια. Η πιο σημαντική από αυτές τις αντιδράσεις, για τη φυσική παραγωγή του τρίτιου, είναι ένα ταχύ νετρόνιο (το οποίο πρέπει να έχει ενέργεια μεγαλύτερη από 4,0 MeV[1]) που επιδρά με ατμοσφαιρικό άζωτο:
7 14 N + n → 6 12 C + 1 3 T {\displaystyle \mathrm {^{14}_{\;7}N+n{\xrightarrow {}_{\;6}^{12}C+_{1}^{3}T} }
Η παγκόσμια ισορροπία παραγωγής - διάσπασης τρίτιου είναι ακριβώς σταθερή, εξαιτίας ενός σταθερού ρυθμού παραγωγής και διάσπασης.
Ιστορικό τεχνητής παραγωγής Σύμφωνα με την αναφορά του Ιδρύματος για την Ενέργεια και την Έρευνα Περιβάλλοντος (Institute for Energy and Environmental Research) του 1996 για το Υπουργείο Ενέργειας των ΗΠΑ (U.S. Department of Energy), μόνο 225 kg τρίτιου παράχθηκαν στις ΗΠΑ από το 1955. Κατά το διάστημα που αναφέρθηκε, οι σταθερές διασπάσεις τρίτιου σε ήλιο-3 ανήλθαν σε μια συνολική ποσότητα περίπου 75 kg[2].
Το τρίτιο που χρησιμοποιήθηκε για αμερικανικά πυρηνικά όπλα παράχθηκε σε ειδικούς πυρηνικούς αντιδραστήρες βαρέως ύδατος στο Savannah River Site, μέχρι που έκλεισε το 1988. Με τη Συμφωνία START, μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, οι υπάρχουσες ποσότητες ήταν αρκετές για την παραγωγή ενός μικρότερου αριθμού νέων πυρηνικών όπλων, για κάποιο χρονικό διάστημα.
Η παραγωγή του τρίτιου επαναλήφθηκε με τη διέγερση των ράβδων ελέγχου λιθίου (που αντικατέστησαν τους αντίστοιχους συνήθως χρησιμοποιούμενων ράβδων βόριου, κάδμιου και άφνιου), στους εμπορικής χρήσης πυρηνικούς αντιδραστήρες Watts Bar Nuclear Generating Station, κατά τη χρονική περίοδο 2003-2005, που ακολουθήθηκε από την εξαγωγή τρίτιου από ράβδους ελέγχου στη νέα (τότε) Tritium Extraction Facility[3], στο Savannah River Site, αρχίζοντας από το Νοέμβριο του 2006[4]. Η διαρροή τρίτιου από τις TPBARs κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του αντιδραστήρα περιορίζει την ποσότητα που μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε οποιοδήποτε αντιδραστήρα, χωρίς υπέρβαση των μέγιστων επιτρεπόμενων επιπέδων τρίτιου στο ψυκτικό μέσο[5].
Με πυρηνική σχάση Το τρίτιο είναι ένα ασυνήθιστο προϊόν της πυρηνικής σχάσης του ουράνιου-235, του πλουτώνιου-239 και ουράνιου-233, με μια παραγωγή ανά περίπου 10.000 σχάσεις[6][7]. Αυτό σημαίνει ότι η έκλυση ή η ανάκτηση του τρίτιου πρέπει να θεωρηθεί μια διεργασία των πυρηνικών αντιδραστήρων, ιδιαίτερα στην επανεπεξεργασία των πυρηνικών καυσίμων και την αποθήκευση των αναλωμένων πυρηνικών καυσίμων. Η παραγωγή του τρίτιου, σ' αυτήν την περίπτωση δεν είναι το ζητούμενο, αλλά μάλλον ένα παραπροϊόν.
Από λίθιο Το τρίτιο παράγεται σε πυρηνικούς αντιδραστήρες με ενεργοποίηση νετρονίου του λίθιου-6. Αυτό είναι δυνατό με νετρόνια οποιασδήποτε ενέργειας, και πρόκειται για εξώθερμη αντίδραση, που αποδίδει 4,8 MeV. Επιπλέον, η πυρηνική σύντηξη δευτέριου και τρίτιου αποδίδει 17,6 MeV ενέργειας. Η συνολική στοιχειομετρική εξίσωση της πυρηνικής αντίδρασης είναι η ακόλουθη:
3 6 L i + n → 2 4 H e ( 2 , 05 M e V ) + 1 3 T ( 2 , 75 M e V ) {\displaystyle \mathrm {^{6}_{3}Li+n{\xrightarrow {}_{2}^{4}He\;(2,05\;MeV)\;+_{1}^{3}T\;(2,75\;MeV)} }
Τα υψηλής ενέργειας νετρόνια μπορούν επίσης να παραγάγουν τρίτιο από λίθιο-7 με μια ενδοθερμική αντίδραση, που καταναλώνει 2,466 MeV. Αυτή η αντίδραση ανακαλύφθηκε ότον το 1954 το πυρηνικό πείραμα του Καστλ Μπράβο (Castle Bravo nuclear test) παρήγαγε απρόσμενη μεγάλη απόδοση[2]. Η συνολική στοιχειομετρική εξίσωση της πυρηνικής αντίδρασης είναι η ακόλουθη:
3 7 L i + n → 2 4 H e + 1 3 T + n {\displaystyle \mathrm {^{7}_{3}Li+n{\xrightarrow {}_{2}^{4}He+_{1}^{3}T+n} }
Ωστόσο, οι αντιδράσεις που απαιτούν υψηλής ενέργειας νετρόνια δεν είναι ελκυστικές παραγωγικές μέθοδοι.
Από βόριο Τα υψηλής ενέργειας νετρόνια μπορούν επίσης να διεγείρουν το βόριο-10, που περιστασιακά παράγει τρίτιο[8]. Η συνολική στοιχειομετρική εξίσωση της πυρηνικής αντίδρασης είναι η ακόλουθη:
5 10 B + n → 2 2 4 H e + 1 3 T {\displaystyle \mathrm {^{10}_{\;5}B+n{\xrightarrow {}2_{2}^{4}He+_{1}^{3}T} }
Ένα πιο συνηθισμένο αποτέλεσμα της σύλληψης νετρονίου από βόριο-10 είναι το λίθιο-7 και ένα (1) σωματίδιο άλφα[9]. Η συνολική στοιχειομετρική εξίσωση της πυρηνικής αντίδρασης είναι η ακόλουθη:
5 10 B + n → 3 7 L i + 2 4 H e {\displaystyle \mathrm {^{10}_{\;5}B+n{\xrightarrow {}_{3}^{7}Li+_{2}^{4}He} }
Από δευτέριο Το τρίτιο παράγεται επίσης σε πυρηνικούς αντιδραστήρες με βαρύ ύδωρ ως επιβραδυντικό νετρονίων, όποτε ένας πυρήνας δευτερίου συλλαμβάνει ένα νετρόνιο. Αυτή αντίδραση έχει μια πολύ μικρή διατομή απορρόφησης, κάνοντας το βαρύ ύδωρ ένα καλό επιβραδυντικό νετρονίων, και σχετικά λίγο τρίτιο παράγεται. Ακόμη κι έτσι, καθαρίζοντας το τρίτιο από τον επιβραδυντή μπορεί να είναι επιθυμητό μετά από αρκετά χρόνια λειτουργίας, για να αποφευχθεί ο κίνδυνος να διαφύγει στο περιβάλλον. Στον πυρηνικό σταθμό του Οντάριο, η «μονάδα απομάκυνσης τρίτιου» επεξεργάζεται 2.500 τόννους βαρέως ύδατος ανά έτος, διαχωρίζοντας έτσι 2,5 χιλιόγραμμα τρίτιου, καθιστώντας το έτσι διαθέσιμο για άλλες χρήσης[10]:
1 2 D + n → 3 1 T {\displaystyle \mathrm {^{2}_{1}D+n{\xrightarrow {}_{3}^{1}T} }
Η διατομή απορρόφησης του δευτερίου για θερμικά νετρόνια είναι περίπου 0,52 millibarns, ενώ του οξυγόνου-16 είναι περίπου 0,19 millibarns και του οξυγόνου-17 περίπου 240 millibarns. Το οξυγόνο-17 αποτελεί περίπου το 0,038% του φυσικού οξυγόνου, οπότε το οξυγόνο έχει μια ολική διατομή απορρόφησσης πρίπου 0,28 millibarns. Γι' αυτό, αν το βαρύ ύδωρ περιέχει φυσικό οξυγόνο (δηλαδή με φυσική ισοτοπική αναλογία), οι πυρήνες οξυγόνου συλλαμβάνουν το 21% των νετρονίων που συλλαμβάνονται συνολικά από τα μόρια βαρέως ύδατος, μια ιδιότητα που μπορεί να αυξήσει επιπλέον την ισοτοπική αναλογία οξυγόνου-17, γιατί ένας πυρήνας οξυγόνου-16 που συλλαμβάνει ένα νετρόνιο μετατρέπεται σε έναν πυρήνα οξυγόνου-17. Το οξυγόνο-17, με τη σειρά του, μπορεί να διασπαστεί σχηματίζοντας ραδιενεργό άνθρακα-14, ένα επικίνδυνο παραπροϊόν:
8 16 O + n → 8 17 O {\displaystyle \mathrm {^{16}_{\;8}O+n{\xrightarrow {}_{\;8}^{17}O} } 8 17 O + n → 6 14 C + 2 4 H e {\displaystyle \mathrm {^{17}_{\;8}O+n{\xrightarrow {}_{\;6}^{14}C+_{2}^{4}He} }
Από οξυγόνο-17 Το οξυγόνο-17 επίσης διασπάται, όταν βομβαρδίζεται από σωματίδια α, που προέρχονται από τη ραδιενεργό διάσπαση του ουρανίου, παράγοντας άνθρακα-14 και τρίτιο:
8 17 O + 2 4 H e → 6 14 C + 1 3 T {\displaystyle \mathrm {^{17}_{\;8}O+_{2}^{4}He{\xrightarrow {}_{\;6}^{14}C+_{1}^{3}T} }
Η συνολική ισορροπία του τρίτιου είναι ακριβώς σταθερή λόγω του σταθερού ρυθμού παραγωγής και απώλειας στο διαχωριστήρα.
Από ήλιο-3 Το ήλιο-3 είναι το προϊόν διάσπασης του τρίτιου, αλλά και το ίδιο έχει μια πολύ μεγάλη διατομή για αντίδραση με θερμικά νετρόνια, ξαναπαράγοντας τρίτιο, σε πυρηνικούς αντιδραστήρες[11]:
2 3 H e + n → 1 1 H + 1 3 T {\displaystyle \mathrm {^{3}_{2}He+n{\xrightarrow {}_{1}^{1}H+_{1}^{3}T} }
Διάσπαση Παρόλο που το τρίτιο έχει αρκετές διαφορετικές πειραματικά καθορισμένες τιμές της ημιζωής του, το Εθνικό Ίδρυμα Προτύπων και Τεχνολογίας των ΗΠΑ κατατάσσει την τιμή της ημιζωής του ισοτόπου στις 4.500±8 ημέρες (δηλαδή ακριβώς 12,32 έτη±8 ημέρες)[12]. Διασπάται σε ήλιο-3 με β- διάσπαση, που περιγράφεται στην ακόλουθη στοιχειομετρική πυρηνική εξίσωση:
1 3 T → 2 3 H e + e − + v ¯ e {\displaystyle \mathrm {^{3}_{1}T{\xrightarrow {}_{2}^{3}He+e^{-}+{\bar {v}_{e} }
Η αντίδραση αποδίδει 18,6 keV ενέργειας. Η κινητική ενέργεια του εκπεμπόμενου ηλεκτρονίου ποικίλλει με ένα μέσο όρο 5,7 keV, ενώ η υπόλοιπη ενέργεια μεταφέρεται από το σχεδόν μη ανιχνεύσιμο ηλεκτροαντινετρίνο. Τα σωματίδια β- από το τρίτιο διαπερνούν μόλις 6,0 χιλιοστόμετρα αέρα, και είναι ανίκανα να διαπεράσουν το στρώμα των νεκρών κυττάρων του ανθρώπινου δέρματος[13].
Η ασυνήθιστα μικρή ενέργεια που απελευθερώνει η β- διάσπαση του τρίτιου, κάνει αυτή τη διάσπαση (μαζί με αυτήν του ρήνιου-187) κατάλληλη για εργαστηριακές μετρήσεις της απόλυτης μάζας των νετρίνο.
Το τρίτιο είναι εν δυνάμει επικίνδυνο αν εισπνευτεί ή καταπωθεί. Μπορεί να συνδυαστεί οξυγόνο σχηματίζοντας μόρια τριτιούχου («υπερβαρέως») ύδατος, που μπορούν να απορροφηθούν από τους πόρους του δέρματος.
Η χαμηλή ενέργεια της ραδιενέργειας του τρίτιου κάνει δύσκολο να ανιχνευθούν χημικές ενώσεις επισημασμένες με τρίτιο, εκτός από τη χρήση απαρίθμησης υγρού σπινθηρισμού.
Φυλλοβόλα καλούνται τα φυτά, τα οποία[1] να ρίχνουν τα φύλλα τους εποχιακά, συνήθως την εποχή του φθινοπώρου. Βοτανική
Στη βοτανική και την κηπουρική, τα φυλλοβόλα φυτά, συμπεριλαμβανομένων των δέντρων, των θάμνων και των ποών, είναι αυτά που χάνουν όλα τα φύλλα τους για ένα μέρος του έτους.[2] Αυτή η διαδικασία ονομάζεται απόσυρση.[3] Σε ορισμένες περιπτώσεις, η απώλεια φύλλων συμπίπτει με τον χειμώνα - συγκεκριμένα στην εύκρατη ή στην αλπική ζώνη.[4] Σε άλλα μέρη της Γης, συμπεριλαμβανομένων των τροπικών, υποτροπικών και άνυδρων περιοχών, τα φυτά χάνουν τα φύλλα τους κατά την ξηρή εποχή ή άλλες εποχές, ανάλογα με τις διακυμάνσεις των υγρών κατακρημνίσεων.
Το αντίθετο του φυλλοβόλου είναι το αειθαλές, όπου το φύλλωμα απορρίπτεται με διαφορετικό χρονικό πρόγραμμα από τα φυλλοβόλα. Δείχνει, λοιπόν, να παραμένει πράσινο όλο το έτος, από τη στιγμή που δεν ρίχνονται όλα τα φύλλα στον ίδιο χρόνο.[5] Υπάρχουν και τα ημιφυλλοβόλα, τα οποία χάνουν το παλιό φύλλωμα καθώς αρχίζει η νέα ανάπτυξη.[6] Άλλα φυτά είναι ημιαειθαλή, που χάνουν τα φύλλα τους πριν από την επόμενη καλλιεργητική περίοδο, κρατώντας, ωστόσο, κάποια κατά τη διάρκεια των χειμερινών μηνών ή σε περιόδους ανομβρίας.[7] Flowering branch of forsythia amid bare trees Όπως και πολλά άλλα φυλλοβόλα φυτά, η Φορσύθια ανθίζει την εποχή των φυλλοβόλων.
Πληθώρα φυλλοβόλων φυτών ανθίζουν την περίοδο που δεν έχουν φύλλα, καθώς αυτό αυξάνει την αποτελεσματικότητα της επικονίασης. Η απουσία φύλλων βελτιώνει τη μετάδοση της γύρης από τον άνεμο για τα γονιμοποιημένα από τον ίδιο φυτά και αυξάνει την ορατότητα των λουλουδιών στα έντομα που τα επικονιάζουν. Αυτή η στρατηγική δεν είναι ακίνδυνη, αφού τα λουλούδια μπορεί να καταστραφούν από τον παγετό ή να οδηγηθεί το φυτό σε υδατική καταπόνηση.
Οι συνθήκες που προκαλούν την πτώση των φύλλων την άνοιξη μπορεί να διαφέρουν ανάλογα με το είδος ή τα γένη του φυτού. Τα περισσότερα ποώδη πολυετή φυτά και ορισμένα ξυλώδη φυτά καλούνται να βγάλουν τα φύλλα τους, λόγω της αύξησης της θερμοκρασίας του αέρα ή της αντίστοιχης του εδάφους, για παράδειγμα οι σημύδες και οι ιτιές θα προσπαθήσουν να ρίξουν τα λουλούδια ή τα φύλλα τους εάν υπάρχουν μερικές ημέρες όπου οι θερμοκρασία του αέρα περιβάλλοντος υπερβαίνει τους 10 °C (50 °F). Αυτή η στρατηγική είναι επικίνδυνη καθώς το ψύχος μπορεί να παγώσει την ανάπτυξη νέων τμημάτων του φυτού. Άλλα ξυλώδη φυτά, όπως οι δρύες, οι καρυδιές και οι αγριοκαρυδιές ρίχνουν τα φύλλα τους με βάση τον φωτοπεριοδισμό, κάτι που σημαίνει ότι περιμένουν μέχρι η διάρκεια της ημέρας να είναι αρκετά μεγάλη. Αυτά τείνουν να είναι φυτά που έχουν φύλλωμα μη ανθεκτικό στον παγετό, άρα το φυτό μπορεί να μείνει χωρίς το φύλλωμά του μέχρι τα τέλη της άνοιξης, όταν και ο κίνδυνος παγετού θα έχει περάσει σε μεγάλο βαθμό.
Η πτώση των φύλλων το φθινόπωρο βασίζεται στη φωτοπερίοδο και ποικίλλει ανά γένη και είδος. Οι καρυδιές τείνουν να ρίχνουν τα φύλλα τους νωρίς, ενώ ορισμένα δέντρα όπως ο νορβηγικό σφενδάμι και οι ιτιές παρουσιάζουν καθυστέρηση στην αποβολή των φύλλων, κυρίως τον Νοέμβρη.
Η πτώση των φύλλων περιλαμβάνει πολύπλοκες αλλαγές που επηρεάζουν τα φυτά. Η φωτοσύνθεση εμποδίζει την παροχή χλωροφύλλων στα φύλλα. Τα φυτά συνήθως αναπληρώνουν τις χλωροφύλλες τους κατά το καλοκαίρι. Όταν φτάνει το φθινόπωρο και οι ημέρες έχουν μικρότερη διάρκεια ή όταν τα φυτά υποφέρουν από ξηρασία,[8] τα φυλλοβόλα δέντρα μειώνουν την παραγωγή χρωστικής χλωροφύλλης, επιτρέποντας σε άλλες χρωστικές που εμπεριέχονται στο φύλλο να γίνονται εμφανέστερες, οπότε το φύλλωμα χάνει το πράσινό του χρώμα.
Τα πιο φωτεινά χρώματα των φύλλων παράγονται όταν οι μέρες λιγοστεύουν και οι νύχτες είναι δροσερές, αλλά παραμένουν πάνω από το μηδέν.[9] Αυτές οι άλλες χρωστικές περιλαμβάνουν καροτενοειδή που είναι κίτρινα, καφέ και πορτοκαλί. Οι χρωστικές της ανθοκυανίνης παράγουν κόκκινα και μοβ χρώματα, αν και απουσιάζουν κάποιες φορές στα φύλλα. Παράγονται στο φύλλωμα στα τέλη του θέρους, όταν τα σάκχαρα εγκλωβίζονται στα φύλλα μετά την έναρξη της διαδικασίας της πτώσης. Μέρη στη Γη που έχουν εντυπωσιακές εμφανίσεις φωτεινών χρωμάτων του φθινοπώρου περιορίζονται σε τοποθεσίες όπου οι μέρες γίνονται σύντομες και οι νύχτες είναι δροσερές. Σε άλλα μέρη στον κόσμο, τα φύλλα των φυλλοβόλων δέντρων απλώς πέφτουν χωρίς να μετατρέπονται τα φωτεινά χρώματα που παράγονται από τη συσσώρευση χρωστικών ουσιών ανθοκυανίνης.
Η πτώση των φύλλων ξεκινά με τον σχηματισμό ενός στρώματος αποκοπής μεταξύ του μίσχου του φύλλου και του βλαστού. Το στρώμα τούτο σχηματίζεται την άνοιξη κατά τη διάρκεια της ενεργού ανάπτυξης του νέου φύλλου και αποτελείται από στρώματα κυττάρων που μπορούν να διαχωριστούν το ένα από το άλλο. Τα κύτταρα είναι ευαίσθητα σε μια ορμόνη που καλείται αυξίνη, η οποία παράγεται από το φύλλο και από άλλα μέρη του φυτού. Όταν η αυξίνη που προέρχεται από το φύλλο παράγεται με ρυθμό που συνάδει με εκείνον στο σώμα του φυτού, τα κύτταρα του στρώματος αποκοπής παραμένουν συνδεδεμένα. Το φθινόπωρο, η ροή αυξίνης από το φύλλο μειώνεται ή διακόπτεται, προκαλώντας κυτταρική επιμήκυνση εντός του στρώματος αποκοπής. Η επιμήκυνση αυτών των κυττάρων κόβει τη σύνδεση μεταξύ των διαφορετικών κυτταρικών τοιχωμάτων, επιτρέποντας στο φύλλο να απομακρυνθεί από το φυτό. Σχηματίζει, δε, ένα στρώμα που σφραγίζει τη ρωγμή, για να μην χάνει χυμό το φυτό.
Μερικά δένδρα, ιδιαίτερα οι δρύες και οι οξιές, εμφανίζουν μια συμπεριφορά γνωστή ως «μαρασμός», κατά την οποία τα νεκρά φύλλα δεν ρίχνονται το φθινόπωρο και παραμένουν στο δέντρο έως ότου φυσήξει άνεμος. Αυτό προκαλείται από την ατελή ανάπτυξη του στρώματος αποκοπής. Εμφανίζεται κυρίως στο στάδιο του σπορόφυτου και του δενδρυλλίου, αν και τα ώριμα δέντρα μπορεί να έχουν μαρασμό των φύλλων στα κάτω μέρος του φυτού.
Μερικά φυλλοβόλα φυτά αφαιρούν το άζωτο και τον άνθρακα από τα φύλλα τους πριν απορριφθούν και τα αποθηκεύουν με τη μορφή πρωτεϊνών στα κενοτόπια των κυττάρων του παρεγχύματος στις ρίζες και στον εσωτερικό φλοιό. Την άνοιξη, τούτες οι πρωτεΐνες είναι πηγή αζώτου για την ανάπτυξη νέων φύλλων ή ανθέων.[10] Λειτουργία Fallen leaves covering a patch of ground Τα φυλλοβόλα φυτά σε μεσαία έως μεγάλα γεωγραφικά πλάτη ρίχνουν τα φύλλα τους καθώς η θερμοκρασία πέφτει το φθινόπωρο.[11]
Τα φυλλοβόλα φυτά έχουν προτερήματα και μειονεκτήματα σε σχέση με τα αντίστοιχα αειθαλή.
Δεδομένου ότι τα φυλλοβόλα φυτά χάνουν τα φύλλα τους για να εξοικονομήσουν νερό ή για να επιβιώσουν καλύτερα τον χειμώνα, πρέπει να ξαναβγάλουν καινό φύλλωμα κατά την επόμενη κατάλληλη καλλιεργητική περίοδο. Αυτό χρησιμοποιεί πόρους που δεν χρειάζεται να ξοδέψουν τα αειθαλή.
Τα αειθαλή υφίστανται μεγαλύτερη απώλεια ύδατος κατά τη διάρκεια των χειμερινών μηνών και μπορούν επίσης να βιώσουν μεγαλύτερη πίεση θήρευσης, ειδικά όταν είναι μικρά. Τα φυλλοβόλα δέντρα παρουσιάζουν μικρότερη πιθανότητα αποκοπής κλαδιών και κορμού από παγοθύελλες όταν δεν έχουν φύλλα, και τα φυτά μπορούν να μειώσουν την απώλεια νερού λόγω της μείωσης της διαθεσιμότητας νερού σε υγρή κατάσταση κατά τις κρύες μέρες του χειμώνα.[12]
Η απώλεια φύλλων τον χειμώνα μειώνει τη ζημιά από τα έντομα. Η αναδημιουργία των φύλλων και η διατήρησή τους λειτουργικά μπορεί να είναι πιο δαπανηρή από μια απλή απώλεια και μια ανάπτυξή τους από το μηδέν.[13] Η πτώση των φύλλων εξαφανίζει τη σπηλαίωση, η οποία δύναται να βλάψει τα αγγεία του ξυλώματος στα φυτά. Αυτό επιτρέπει στη συνέχεια στα φυλλοβόλα φυτά να έχουν αγγεία ξυλώματος με μεγαλύτερη διάμετρο και επομένως μεγαλύτερο ρυθμό διαπνοής (και συνεπώς πρόσληψη διοξειδίου του άνθρωκα καθώς αυτό συμβαίνει όταν τα στόματα είναι ανοιχτά) κατά τη θερινή περίοδο ανάπτυξης. Φυλλοβόλα ξυλώδη φυτά
Το χαρακτηριστικό των φυλλοβόλων έχει αναπτυχθεί επανειλημμένα μεταξύ των ξυλωδών φυτών. Τα δέντρα περιλαμβάνουν σφενδάμους, πολλές δρύες, νότιες οξιές, φτελιές, οξιές, λεύκες, σημύδες, καθώς και μια σειρά από γένη κωνοφόρων, όπως αγριόπευκα και η μετασεκόιες. Οι φυλλοβόλοι θάμνοι περιλαμβάνουν το μελισσόχορτο, το βιβούρνο και πολλούς άλλους. Τα περισσότερα εύκρατα ξυλώδη αμπέλια είναι επίσης φυλλοβόλα, συμπεριλαμβανομένων των σταφυλιών, του δηλητηριώδους κισσού, του παρθενόκισσου, της βιστερίας κλπ.. Το χαρακτηριστικό είναι χρήσιμο στην αναγνώριση φυτών. Για παράδειγμα, σε μέρη της Νότιας Καλιφόρνιας και της Νοτιοανατολικής Αμερικής, φυλλοβόλα και αειθαλή είδη βελανιδιάς μπορεί να αναπτυχθούν δίπλα-δίπλα.
Οι περίοδοι πτώσης των φύλλων συχνά συμπίπτουν με τις εποχές: χειμώνας στην περίπτωση των φυτών με κρύο κλίμα ή ξηρή εποχή στην περίπτωση των τροπικών φυτών,[14] αν και δεν υπάρχουν φυλλοβόλα είδη μεταξύ των μονοκοτυλήδονων φυτών που μοιάζουν με δέντρα, π.χ. φοίνικες, γιούκες, και δράκαινες. Η ορτανσία χίρτα είναι ένας φυλλοβόλος ξυλώδης θάμνος που βρίσκεται στη Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου. Περιφέρειες Τα φυλλοβόλα δέντρα εισήχθησαν στις εύκρατες περιοχές της Αυστραλίας όπου χρησιμοποιούνται σαν καλλωπιστικά φυτά, όπως φαίνεται εδώ σε έναν προαστιακό δρόμο στο Σίδνεϊ.
Τα δάση όπου τα περισσότερα δέντρα χάνουν το φύλλωμά τους στο τέλος της καλλιεργητικής περιόδου ονομάζονται δάση φυλλοβόλων. Αυτά τα δάση βρίσκονται σε πολλές περιοχές στον πλανήτη και περιλαμβάνουν μοναδικά οικοσυστήματα, με ανάπτυξη υποορόφου και δυναμική εδάφους.[15]
Υπάρχουν δύο ξεχωριστοί τύποι φυλλοβόλων δασών που βρίσκονται σε όλο τον κόσμο.
Εύκρατα φυλλοβόλα δασικά βιώματα είναι κοινότητες φυτών και βρίσκονται στην Αμερική, στην Ασία, στις νότιες πλαγιές των Ιμαλαΐων, στην Ευρώπη και για καλλωπιστικούς σκοπούς στην Ωκεανία. Έχουν σχηματιστεί κάτω από κλιματολογικές συνθήκες που έχουν μεγάλη εποχική διακύμανση θερμοκρασίας με την ανάπτυξη να παρατηρείται κατά τα ζεστά θέρη, πτώση των φύλλων το φθινόπωρο και ο λήθαργος τον χειμώνα. Τούτες οι εποχιακά ιδιαίτερες κοινότητες έχουν ποικίλες μορφές ζωής που επηρεάζονται σε μεγάλο βαθμό από το κλίμα, τη θερμοκρασία και τις βροχές. Αυτές οι ποικίλες και περιφερειακά διαφορετικές οικολογικές συνθήκες δημιουργούν χαρακτηριστικές δασικές φυτικές κοινότητες σε διαφορετικές περιοχές.
Τροπικά και υποτροπικά φυλλοβόλα δασικά βιώματα έχουν αναπτυχθεί ως αποτέλεσμα των εποχιακών μοτίβων βροχοπτώσεων. Κατά τη διάρκεια παρατεταμένων ξηρασιών, το φύλλωμα πέφτει για να εξοικονομηθεί νερό και αποφεύγεται ο θάνατος από την ξηρασία. Η αποβολή των φύλλων δεν εξαρτάται από την εποχή, καθώς είναι σε εύκρατα κλίματα και μπορεί να συμβεί οποιαδήποτε εποχή του έτους και διαφέρει ανά περιοχή στον πλανήτη. Ακόμη και τοπικά μπορεί να υπάρχουν διακυμάνσεις στο χρόνο και τη διάρκεια της πτώσης των φύλλων. διαφορετικές πλευρές του ίδιου βουνού και περιοχές που έχουν υψηλούς υδροφόρους ορίζοντες ή περιοχές κατά μήκος ρεμάτων και ποταμών μπορούν να δημιουργήσουν ένα συνονθύλευμα από φυλλώδη και άφυλλα δέντρα.[16]
Aerial view of tropical deciduous trees
Τροπικό δάσος φυλλοβόλων δένδρων σε εποχή ξηρασίας. View of treetops with light spring growth scattered amid darker evergreens
Μικτό τροπικό και υποτροπικό φυλλοβόλο δάσος την άνοιξη στο Τέξας, ΗΠΑ. Τροπικά ξηρά φυλλοβόλα δάση στη νότια Ινδία στο καταφύγιο άγριας ζωής Μουντουμαλάι (Ινδία).
Τροπικά ξηρά φυλλοβόλα δάση στη νότια Ινδία στο καταφύγιο άγριας ζωής Μουντουμαλάι (Ινδία).
Το Βασίλειο του Βοσπόρου ή Βασίλειο του Κιμμερίου Βοσπόρου, (5ος αι π.Χ – 4ος αι μ.Χ.), ήταν ελληνιστικό βασίλειο που δημιουργήθηκε στις χερσονήσους της Ταυρικής (Κριμαίας) και του Ταμάν στα στενά του Κερτς. Ήταν ένα κράτος με μικτό πληθυσμό, Έλληνες από τις αποικίες της περιοχής και ντόπιους, που υιοθέτησαν την ελληνική γλώσσα και τον πολιτισμό.
Ο Κιμμέριος Βόσπορος κατοικούνταν από πολλές φυλές, όπως οι Σκύθες, Σίνδοι, Μαιώτες, Δανδάριοι, Ψήσσοι και Τορέτες, ενώ η ονομασία Κιμμέριος προέρχεται από τον λαό των Κιμμερίων, που κατοικούσαν παλιότερα εκεί[1][2]. Στην περιοχή αυτή άρχισαν και ιδρύονταν ελληνικές αποικίες-πόλεις όπως το Παντικάπαιον, Νυμφαίον, Μυρμήκιον, η Θεοδοσία, Φαναγορία, Γοργιππία, οι Κήποι και η Ερμώνασσα. Αυτές οι πόλεις το 480 π.Χ. ενώθηκαν σε ένα κράτος[2].
Πρώτη δυναστεία που βασίλευσε από το 480 π.Χ. ως το 438 π.Χ., ήταν των Αρχαιανακτιδών[2]. Επόμενη δυναστεία ήταν των Σπαρτοκιδών, που βασίλευσε από το 438 π.Χ. έως τα τέλη του 2ου αι. μ.Χ., οπότε το κράτος καταλύθηκε από τον Μιθριδάτη ΣΤ΄ και έγινε τμήμα τού Βασιλείου του Πόντου[2]. Οι Σπαρτοκίδες ακολούθησαν επεκτατική πολιτική κατακτώντας νέα εδάφη και επεκτείνοντας το βασίλειο· πρώτος βασιλιάς του ήταν ο Σπάρτοκος, που έδωσε και το όνομά του στη δυναστεία. Το 310 μ.Χ. μετά το τέλος τού Παιρισάδη Α΄ άρχισε πόλεμος διαδοχής. Τελευταίος βασιλιάς ήταν ο Παιρισάδης Ε΄, που δολοφονήθηκε από τον Σκύθη Σαύμακο που είχε εξεγερθεί. Ο Μιθριδάτης ΣΤ΄ Ευπάτωρ κατέστειλε την εξέγερση, προσαρτώντας το βασίλειο του Βοσπόρου στο Βασίλειο του Πόντου· έκτοτε η ιστορία τους είναι κοινή.
Ο Mέναδρος (ή Μιλίντα στα ινδικά) ήταν Έλληνας βασιλιάς του Ινδοελληνικού βασιλείου από το 163 π.Χ. έως το 145 π.Χ..
Γεννήθηκε στους Παροπαμισάδες, περιοχή του ελληνικού βασιλείου της Βακτριανής, και είναι άγνωστο το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του πριν γίνει βασιλιάς. Καταγόταν από φτωχή οικογένεια και από μικρός ακολούθησε το επάγγελμα του στρατιωτικού. Όταν ο Ευκρατίδης εισέβαλε στη Βακτρία και έφτασε μέχρι την πρωτεύουσα, τα Τάξιλλα, ο Μέναδρος κλήθηκε να τον αντιμετωπίσει. Ο Μέναδρος κατάφερε να καθηλώσει το στράτευμα του Ευκρατίδη και διεξήγαγε μαζί του πολλές μάχες χωρίς όμως ουσιαστική επικράτηση ενός από τους δύο αντιπάλους. Την ίδια περίοδο οι Πάρθοι, βλέποντας τη διαμάχη, εισέβαλαν στο βασίλειο του Ευκρατίδα αναγκάζοντάς τον να εγκαταλείψει τη Βακτρία, κάνοντας συνθήκη με τον Μένανδρο. Ο Μένανδρος ανακηρύχθηκε βασιλιάς και παντρεύτηκε την Αγαθόκλεια, χήρα του προηγούμενου βασιλιά Αγαθοκλή.
Έκοψε νομίσματα με ελληνικές παραστάσεις, με την ένδειξη «ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΣΩΤΗΡΟΣ ΜΕΝΑΝΔΡΟΥ» (και στην πίσω πλευρά σε κχαρόσθι την ένδειξη «ΜΑΧΑΡΑΓΙΑ ΝΤΑΡΜΙΚΑΣΑ ΜΕΝΑΝΤΡΑΣΑ», όπου αναφέρεται η έννοια του ντάρμα ως μετάφραση του «δικαίου») ή συχνότερα «ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΣΩΤΗΡΟΣ ΜΕΝΑΝΔΡΟΥ» (και στην πίσω πλευρά η ένδειξη «ΜΑΧΑΡΑΓΙΑ ΤΡΑΤΑΣΑ ΜΕΝΑΝΤΡΑΣΑ»). Ασπάστηκε και προώθησε τον Βουδισμό. Έχει γραφτεί ένα ινδικό έπος (αγνώστου συγγραφέα) για τον Μέναδρο, το Μιλίντα Πάνχα, το οποίο αναφέρεται στη συνομιλία του Μενάδρου με τον Ινδό σοφό Ναγκασένα. Διεξήγαγε πολλές μάχες με τα γειτονικά κράτη και προσθέτοντας νέα εδάφη στο βασίλειό του. Πέθανε το 145 π.Χ., κατά τη διάρκεια εκστρατείας.
Ο Τοσκανικός ρυθμός λατινικά Ordo Tuscanicus or Ordo Tuscanus είναι αρχιτεκτονικός ρυθμός, που αναπτύχθηκε από τους Ρωμαίους. Είναι ο ένας από τους δύο ρυθμούς που ανέπτυξαν, ο άλλος είναι ο σύνθετος. Μοιάζει με τον Δωρικό ρυθμό αλλά είναι απλούστερος, χωρίς ανάγλυφη διακόσμηση στο κιονόκρανο ή στο θριγκό. Στις αναλογίες του, στη διάταξη και στις αποστάσεις των κιόνων, ακολουθεί τον Ιωνικό ρυθμό. Προέρχεται από τους Ετρούσκους της Τοσκάνης. Το αρχαιότερο δείγμα είναι o ναός της Μινέρβα Αθηνά στο Πορτονάτσιο Portonaccio στην Ετρουσκική αρχαία πόλη Βήιοι, βόρεια της Ρώμης, και χρονολογείται στο 510 π.Χ. Περιγράφεται αναλυτικά μετά τα 1400, ενώ ο Βιτρούβιος τον αναφέρει επιφανειακά στα γραπτά του περί Ετρουσκικών ναών. Ο ρυθμός βελτιώθηκε κατά την Ιταλική Αναγέννηση.
Η Αρχή του Αρχιμήδη καθορίζει ότι: "Κάθε σώμα βυθισμένο σε ρευστό δέχεται άνωση ίση με το βάρος του ρευστού που εκτοπίζει."
Μαθηματικά η Άνωση (Α) μπορεί να εκφρασθεί με τον τύπο: Α = ρ g V, όπου:
ρ: πυκνότητα ρευστού g: επιτάχυνση βαρύτητας (9,81m/s2) V: όγκος βυθισμένου σώματος Όταν το βάρος ενός σώματος είναι μεγαλύτερο από την άνωση που αυτό δέχεται τότε θα βυθιστεί, ενώ σε αντίθετη περίπτωση θα επιπλέει.
Πείραμα Η Αρχή του Αρχιμήδη αποδεικνύεται πειραματικά με τον ακόλουθο τρόπο: Λαμβάνοντας ένα σώμα και κρεμώντας το σ΄ ένα μικρό δυναμόμετρο (κανταράκι) διαβάζουμε την ένδειξη του βάρους του. Στη συνέχεια διατηρώντας το σώμα κρεμασμένο στο δυναμόμετρο το βυθίζουμε σ΄ ένα ποτήρι τελείως ξέχειλο με νερό, που έχουμε όμως τοποθετήσει προηγουμένως σ΄ ένα βαθύ πιάτο. Βυθίζοντας το σώμα μέσα στο νερό η ένδειξη του δυναμόμετρου θα είναι μικρότερη από την προηγούμενη εκτός νερού. Ταυτόχρονα όμως θα διαπιστώσουμε ότι κάποια ποσότητα του νερού από το ξέχειλο ποτήρι θα χυθεί στο πιάτο. Αν ζυγίσουμε τη ποσότητα αυτή του νερού που υπερχείλισε θα διαπιστώσουμε ότι αυτή θα είναι ίση με τη διαφορά του βάρους του σώματος εκτός και εντός του νερού. Το πείραμα αυτό έχει ακριβέστερη επιτυχία αν χρησιμοποιηθεί ειδικό «υπερεκχειλιστικό δοχείο».
Μετά το παραπάνω πείραμα απλουστεύοντας τον ορισμό της Αρχής του Αρχιμήδη λέμε ότι:
Κάθε σώμα που βυθίζεται μέσα σ΄ ένα υγρό χάνει τόσο από το βάρος του, όσο το βάρος του υγρού που εκτοπίζει. Περιπτώσεις βύθισης Σύμφωνα με τα παραπάνω όταν ένα σώμα βρεθεί μέσα σ΄ ένα υγρό θα παρατηρηθούν δύο κύριες δυνάμεις (συνισταμένες) κάθε φορά. Το βάρος του σώματος και η ασκούμενη σ΄ αυτό άνωση. Ανάλογα των τιμών που λαμβάνουν αυτές οι συνισταμένες κάθε φορά διακρίνονται περαιτέρω τρεις περιπτώσεις:
1η Περίπτωση: Το βάρος του σώματος να είναι μεγαλύτερο της άνωσης. Στη περίπτωση αυτή το σώμα βυθίζεται. 2η Περίπτωση: Το βάρος του σώματος να είναι ίσο προς την άνωση. Στη περίπτωση αυτή το σώμα αιωρείται μέσα στο υγρό, δηλαδή ακινητεί όπου κι αν βρεθεί μέσα στο υγρό, και 3η Περίπτωση: Το βάρος του σώματος να είναι μικρότερο της ασκούμενης σ΄ αυτό άνωσης. Στη περίπτωση αυτή το σώμα δεν βυθίζεται, οπότε και επιπλέει. Είναι προφανές ότι και οι τρεις περιπτώσεις εξαρτώνται από το ειδικό βάρος του σώματος (στερεού ή υγρού) το οποίο μπορεί να είναι αντίστοιχα μεγαλύτερο, ίσο ή μικρότερο από το ειδικό βάρος του υγρού. Για παράδειγμα το ξύλο, ο φελλός, το λάδι επιπλέουν στο νερό, ενώ αντίθετα ο σίδηρος, το αλουμίνιο, ο υδράργυρος βυθίζονται.
Εφαρμογές Η Αρχή του Αρχιμήδη βρίσκει πολύ μεγάλη εφαρμογή στη καθημερινή ζωή κυρίως στη Τεχνική. Οτιδήποτε που πλέει, όπως τα πλοία, όλα τα ελαφρύτερα του ύδατος σώματα, το ανθρώπινο σώμα, οι πλωτήρες, αμφίβια οχήματα κ.λπ υπακούουν στην Αρχή αυτή. Περισσότερο όμως ενδιαφέρει η Αρχή αυτή την Ναυπηγική, δηλαδή την επιστήμη που ασχολείται στη κατασκευή των πλοίων. Εκεί η Αρχή του Αρχιμήδη μελετάται, αναλύεται και εφαρμόζεται σε όλες τις λεπτομέρειές της.
Μέγιστη εφαρμογή της Αρχής του Αρχιμήδη παρατηρείται στα Υποβρύχια και στις Πλωτές Δεξαμενές που μεταβάλουν συνεχώς τις τιμές πλευστότητάς τους (κατ΄ αντιστοιχία των περιπτώσεων σε αρνητική, μηδενική και θετική).
Η Αρχή του Αρχιμήδη εφαρμόζεται ομοίως και στην αεροστατική όπως π.χ. στα αερόστατα Ιστορία Μία μέρα, ο βασιλιάς Ιέρων Β' των Συρακουσών παρήγγειλε στο μεγαλύτερο καλλιτέχνη της πόλης να του φτιάξει μία κορώνα από καθαρό χρυσάφι. Όταν ο βασιλιάς πήρε την κορώνα, άρχισαν να διαδίδονται φήμες πως ο καλλιτέχνης τον είχε κοροϊδέψει, παίρνοντας ένα μέρος από το χρυσάφι και αντικαθιστώντας το με άλλο μέταλλο. Ωστόσο, η τελειωμένη κορώνα είχε το ίδιο βάρος με το χρυσάφι του βασιλιά. Ο βασιλιάς κάλεσε τότε τον Αρχιμήδη να εξετάσει το ζήτημα. Στα πειράματά του, ο Αρχιμήδης βρήκε το νόμο του ειδικού βάρους. Ανακάλυψε πως όταν ένα στερεό σώμα μπει μέσα σε υγρό χάνει τόσο βάρος όσο είναι το βάρος του όγκου του νερού που εκτοπίζει.
Ο Αρχιμήδης επινόησε το σύστημα να παίρνει το ειδικό βάρος των στερεών σωμάτων. Ζύγιζε πρώτα το στερεό στον αέρα και έπειτα το ζύγιζε μέσα στο νερό. Και αφού το στερεό ζύγιζε λιγότερο μέσα στο νερό, αφαιρούσε το βάρος που είχε μέσα στο νερό από το βάρος που είχε στον αέρα. Τέλος, διαιρούσε το βάρος του στερεού σώματος στον αέρα με την απώλεια βάρους που είχε το σώμα μέσα στο νερό. Έμαθε έτσι, πως ένας δοσμένος όγκος από χρυσάφι ζυγίζει 19,3 φορές τον ίσο όγκο νερού.
Όμως, καθώς δεν μπόρεσε να προχωρήσει περισσότερο στο πρόβλημα της βασιλικής κορώνας, ο Αρχιμήδης σηκώθηκε να πάει στα λουτρά για να ξεκουραστεί. Εκεί βρήκε τη λύση. Μέσα στον ενθουσιασμό του βγήκε από το λουτρό γυμνός στο δρόμο φωνάζοντας: "Εὔρηκα! Εὔρηκα!".
Ο Αρχιμήδης γύρισε στο σπίτι του, ζύγισε την κορώνα στον αέρα και ύστερα τη ζύγισε μέσα στο νερό. Με τη μέθοδο αυτή βρήκε το ειδικό βάρος της κορώνας. Το ειδικό βάρος της δεν ήτανε 19,3. Δεν μπορούσε, λοιπόν, η κορώνα να είναι από καθαρό χρυσάφι. Ο Αρχιμήδης απέδειξε πως ο καλλιτέχνης ήταν απατεώνας.
Οι κανόνες του Κίρχοφ είναι δύο και αφορούν τα ηλεκτρικά κυκλώματα. Εκφράζουν θεμελιώδεις αρχές διατήρησης της Φυσικής στα ηλεκτρικά κυκλώματα.
Πρώτος κανόνας του Κίρχοφ
Κόμβος ηλεκτρικού κυκλώματος με επισήμανση των εντάσεων του ηλεκτρικού ρεύματος. Με βάση τον πρώτο κανόνα του Κίρχοφ μπορούμε να υπολογίσουμε τη φορά και το μέγεθος της έντασης Ι3, αν γνωρίζουμε τις άλλες δύο εντάσεις. Έστω ένας κόμβος στον οποίο εισρέει και εξέρχεται ηλεκτρικό ρεύμα. Επιπλέον θεωρούμε ως ετερόσημες τις τιμές των εντάσεων ανάλογα με το αν εισρέουν ή εκρέουν από τον κόμβο. Από την αρχή διατήρησης του φορτίου προκύπτει ότι το αλγεβρικό άθροισμα όλων των εντάσεων των ρευμάτων που εισρέουν και εκρέουν από τον κόμβο ισούται με μηδέν. Με άλλα λόγια όσο φορτίο έρχεται συνολικά στον κόμβο ταυτόχρονα φεύγει από τον κόμβο, ο κόμβος δε συσωρεύει ούτε χάνει ηλεκτρικό φορτίο. Ισοδύναμη έκφραση του κανόνα είναι και η εξής:
Το άθροισμα των εντάσεων του ηλεκτρικού ρεύματος που εισέρχονται στον κόμβο Σ(Ιεισερχόμενο) ισούται με το άθροισμα των εντάσεων που εξέρχονται από τον κόμβο Σ(Ιεξερχόμενο).
Σ(Ιεισερχόμενο)=Σ(Ιεξερχόμενο)
Αν οριστεί οτι το ρεύμα που εισέρχεται στον κόμβο έχει θετικό πρόσημο και αυτό που εξέρχεται αρνητικό (ή αντίστροφα) ο κανόνας μπορεί να εκφραστεί ως εξής: Σ(Ιολ)=0 .
Δεύτερος κανόνας του Κίρχοφ
Απλό κύκλωμα με επισήμανση των κόμβων. Με βάση το δεύτερο κανόνα του Κίρχοφ ισχύει ότι VΑΕ+VΕΔ+VΔΒ+VΒΑ=0. Έστω ένας βρόχος, δηλαδή ένα κλειστό υποκύκλωμα, σε ένα ηλεκτρικό κύκλωμα. Διασπάμε το βρόχο σε επιμέρους κλάδους και υπολογίζουμε τη διαφορά δυναμικού στον κάθε κλάδο. Από την αρχή διατήρησης της ενέργειας προκύπτει ότι το άθροισμα όλων των διαφορών δυναμικού στους επιμέρους κλάδους ενός βρόχου ισούται με μηδέν δηλαδή Σ(ΔV)=0. Με άλλα λόγια δεν υπάρχει τρόπος σε έναν κλειστό βρόχο να δημιουργήσουμε ηλεκτρικό πεδίο τέτοιο, ώστε να εξαναγκάσουμε το ηλεκτρικό ρεύμα να διαρέει από ένα σημείο του σε ένα άλλο. Το ρεύμα σε ένα κλειστό κύκλωμα αναγκαστικά διαρρέει με μία συγκεκριμένη φορά.
Δείτε επίσης Γκούσταβ Κίρχοφ Stub icon Αυτό το λήμμα σχετικά με τον Ηλεκτρομαγνητισμό χρειάζεται επέκταση. Μπορείτε να βοηθήσετε την Βικιπαίδεια επεκτείνοντάς το.
Η όπερα κομίκ (γαλ: opéra comique) είναι ένα είδος γαλλικής όπερας που περιέχει, εκτός από άριες, και διαλογικά μέρη χωρίς τη συνοδεία μουσικής. Παρά το όνομα, τα θέματα των έργων όπερας που ανήκουν σε αυτό το είδος είναι κυρίως τραγικά και λίγες φορές κωμικά. Αυτό το είδος όπερας αναπτύχθηκε κυρίως στα μέσα του 18ου αιώνα, ενώ μέχρι τα τέλη του 19ου εξέλειψαν οι διαχωριστικές γραμμές μεταξύ του είδους αυτού και της όπερας σέρια, αφού τα διαλογικά μέρη αντικαταστάθηκαν από ρετσιτατίβο. Πρόδρομο έργο του είδους υπήρξε Ο μάντης του χωριού του Ζαν Ζακ Ρουσσώ, ενώ η πιο φημισμένη όπερα είναι η Κάρμεν του Μπιζέ.
Η Νύχτα Στο Φαλακρό Βουνό (Ρωσικά: Ночь на лысой горе), είναι ένα έργο του Ρώσου συνθέτη Μοντέστ Μουσόργκσκι (Modest Mussorgsky 1839-1881).
Εμπνευσμένος από τα ρωσικά λογοτεχνικά έργα και θρύλους, ο Μουσόργκσκι μετουσίωσε μία «σαββατιάτικη παγανιστική γιορτή μαγισσών» σε ένα θαυμάσιο μουσικό θέμα, γεμάτο δύναμη, λυρισμό και μυστήριο με τον αυθεντικό τίτλο Νύχτα Του Αγίου Ιωάννη Στο Φαλακρό Βουνό (Ρωσικά: Иванова ночь на лысой горе), που το ολοκλήρωσε στις 23 Ιουνίου 1867 (παραμονή της γιορτής του Αγίου Ιωάννη).
Η Νύχτα Στο Φαλακρό Βουνό, μαζί με το Σάντκο (Sadko) του Νικολάι Ρίμσκι-Κόρσακοφ (1867), θεωρούνται τα πρώτα αυθεντικά συμφωνικά ποιήματα στην ιστορία της ρωσικής μουσικής[1].
Παρά το γεγονός ότι ο Μουσόργκσκι ήταν υπερήφανος γι’αυτή τη νεανική του προσπάθεια, αφού υπήρξε το μοναδικό φιλόδοξο ορχηστρικό του έργο, ο μέντοράς του Μίλι Μπαλάκιρεφ αρνήθηκε να το εκτελέσει. Έτσι, ο συνθέτης δεν θα το ακούσει ποτέ κατά τη διάρκεια της σύντομης ζωής του.
Η πιο γνωστή, σήμερα, ορχηστρική εκδοχή του έργου, είναι η βερσιόν του Νικολάι Ρίμσκι-Κόρσακοφ, που συνετέθη πέντε χρόνια μετά το θάνατο του Μουσόργκσκι, το 1886. Μάλιστα, ο ειδικός στον Μουσόργκσκι, μουσικολόγος Τζέραλντ Άμπρααμ (Gerald Abraham), γράφει το 1945: «Οφείλω να υπενθυμίσω στον αναγνώστη ότι το ορχηστρικό κομμάτι παγκοσμίως γνωστό ως Νύχτα στο Φαλακρό Βουνό, είναι μια ορχηστρική σύνθεση του Rimsky-Korsakov με βάση την αρχική έκδοση του Μουσόργκσκι, ο οποίος την προετοίμαζε για το έργο του Η Εμποροπανήγυρη του Σοροτσίνσκι[2].
Η αυθεντική παρτιτούρα του Μουσόργκσκι δεν εκδόθηκε παρά μόνον το 1968. Παρόλο που σπάνια παρουσιάζεται, τα τελευταία χρόνια καταβάλλεται προσπάθεια να αυξηθούν οι εκτελέσεις του έργου, για να δοθεί η ευκαιρία στον ακροατή να μπει στον αυθεντικό «τραχύ» κόσμο του συνθέτη, του οποίου τα περισσότερα -αν όχι όλα του τα έργα- έχουν υποστεί μεταβολές από τους σύγχρονους με εκείνον συναδέλφους του, πολλές φορές όμως αλλοιώνοντας το αρχικό του σκεπτικό.
Το έργο απέκτησε παγκόσμια δημοτικότητα μετά την ορχηστρική εκδοχή του Λέοπολντ Στοκόβσκι (Leopold Stokowski, 1940), που ήταν ένα από τα μέρη της περίφημης ταινίας κινουμένων σχεδίων Φαντασία των Ντίσνεϋ στούντιος.
Άλλες ονομασίες Η επίσημη ονομασία του έργου, σύμφωνα με το συνθέτη, είναι Νύχτα Του Αγίου Ιωάννη Στο Φαλακρό Βουνό (Ρωσικά: Иванова ночь на лысой горе), αλλά έχει καταγραφεί με διάφορες άλλες όπως: Νύχτα Στο Φαλακρό Βουνό, Νύχτα στο Μαγικό Βουνό, Νύχτα στο Μαγεμένο Βουνό, Νύχτα στο Καταραμένο Βουνό, Νύχτα τ’Άη-Γιαννιού στο Μαγικό Βουνό, Μία Νύχτα στο Φαλακρό Όρος.
Σημειωτέον ότι η λέξη «φαλακρός», έχει στη ρωσική γλώσσα (лысый - лысая =λίσαγια, ΔΦΑ [ˈlɨsəjə]) την ίδια σημασία όπως στην ελληνική, δηλαδή ξερός, απογυμνωμένος.
Ιστορικό Προσχέδια Ένα κομμάτι χαρτί που βρέθηκε ανάμεσα στα χειρόγραφα του Μουσόργκσκι αναφέρει: «Πρόγραμμα της όπερας Αγ. Ιωάννης, σε τρεις πράξεις πάνω σε ένα έργο του Γκόγκολ, γραμμένο από τον Μπομπορίκιν, παρουσία των Μόντεστ και Ευγένιου Μουσόργκσκι και του Βασίλι. Μάρτυρας της διαδικασίας ο Μίλι Μπαλάκιρεφ.[3]
Αυτό το περίεργο απόκομμα, με ημερομηνία 25 Δεκεμβρίου 1858, αποκαλύπτει την πρόθεση του Μουσόργκσκι να συνθέσει μία όπερα πάνω στο έργο του Γκόγκολ Παραμονή του Αγ Ιωάννη, που περιελάμβανε στοιχεία από ρωσικούς θρύλους για μάγισσες, όχι όμως και τη χαρακτηριστική αναφορά στο Σάββατο των Μαγισσών. Παρά ταύτα, περαιτέρω αναφορές πάνω στο συγκεκριμένο θέμα, ουδέποτε υπήρξαν στη συνέχεια[4].
Η αναφορά Σάββατο των Μαγισσών, γίνεται για πρώτη φορά το 1860, σε μία επιστολή του συνθέτη προς τον Μπαλάκιρεφ και φαίνεται να προέρχεται από κάποιο έργο του στρατιωτικού και φίλου του Μουσόργκσκι, Μπάρον Μέγκντεν: «Πήρα στα χέρια μου ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον έργο που, χρειάζεται προετοιμασία για το ερχόμενο καλοκαίρι. Το έργο είναι μία ολόκληρη πράξη του Φαλακρού Βουνού (από το δράμα του Μέγκντεν Η Μάγισσα, ένα Σάββατο των Μαγισσών, ξεχωριστά επεισόδια με μάγους, ένα τελετουργικό επεισόδιο με όλα αυτά τα σχετικά, ένα φινάλε-ύμνο στο Σάββατο-...το λιμπρέτο είναι πολύ καλό. Υπάρχει ήδη κάποιο υλικό, ίσως προκύψει κάτι πολύ ωραίο απ’όλ’αυτά» (26 Σεπτεμβρίου 1860)[5].
Βέβαια, όπως και με το προηγούμενο πρότζεκτ, δεν βρέθηκαν περαιτέρω στοιχεία που να σχετίζονται με το συγκεκριμένο θέμα, όπως τουλάχιστον αναφέρεται στην επιστολή.
To Συμφωνικό ποίημα του 1867 Το 1866 ο Μουσόργκσκι έγραψε στον Μπαλάκιρεφ εκφράζοντας την επιθυμία να συζητήσει τα σχέδιά του για τις Μάγισσες, το ανεπίσημο όνομα του για το έργο του[6].
Στις αρχές Ιουνίου του 1867 άρχισε να συνθέτει την ορχηστρική εκδοχή του κομματιού. Στην παρτιτούρα υπάρχουν οι παρακάτω λεπτομέρειες: «Η ιδέα είναι του 1866. Άρχισα να γράφω για ορχήστρα στις 12 Ιουνίου του 1867, ολοκλήρωσα την παραμονή της Ημέρας του Αγίου Ιωάννη, 23 Ιουνίου 1867, στο Luga, περιοχή φάρμας Minkino. Modest Musorgskiy».
Ο Μουσόργκσκι περιέγραψε το έργο, με συγκλονιστικά γλαφυρό τρόπο, σε επιστολή του προς τον Βλαντιμίρ Νικόλσκι:
«Μέχρι στιγμής, αν δεν με απατά η μνήμη μου, οι μάγισσες που χρησιμοποιούνται για τη συγκέντρωση σε αυτό το βουνό, ...κουτσομπολεύουν, κάνουν μαγικά και περιμένουν τον αρχηγό τους το Σατανά. Κατά την άφιξή του, αυτές, δηλαδή οι μάγισσες, σχηματίζουν ένα κύκλο γύρω από το θρόνο στο οποίο καθόταν, σαν να ήταν ένα παιδί, και τον εξυμνούν. Όταν ο Σατανάς ευχαριστιέται από το πάθος για τους επαίνους των μαγισσών, δίνει εντολή για το Σάββατο (sabbath), για το οποίο ο ίδιος επέλεξε για τον εαυτό του τις μάγισσες που είχε στη φαντασία του. Αυτό είναι ό,τι έχω κάνει. Στην κορυφή της παρτιτούρας, έχω βάλει το περιεχόμενό της: 1. Συνέλευση των μαγισσών, ομιλίες και κουτσομπολιά. 2.Το ταξίδι του Σατανά. 3 Άσεμνα εγκώμια του Σατανά και, 4. Το Σάββατο (sabbath).
Και συνεχίζει,
«...η φόρμα και ο χαρακτήρας της σύνθεσης είναι ρωσικός και πρωτότυπος ... έγραψα τη Νύχτα του Αγίου Ιωάννη γρήγορα, απευθείας σε ολοκληρωμένη παρτιτούρα, το έγραψα σε περίπου δώδεκα ημέρες, δόξα τω Θεώ ... Όσο το δούλευα, δεν κοιμόμουνα τα βράδια και ουσιαστικά τελείωσα το έργο, την παραμονή της Ημέρας του Αγίου Ιωάννη, με «έτρωγε σαν σαράκι» , και εγώ απλά δεν ήξερα τι συνέβαινε μέσα μου ... βλέπω με το «πονηρό μυαλό μου» ένα καθαρό ρωσικό προϊόν, απαλλαγμένο από γερμανικά υπόβαθρα και ρουτίνες, και, όπως η Savishna, μεγαλωμένο στα δικά μας «χωράφια» και αναθρεμμένο με ρωσικό ψωμί».[7]
Night on Bald Mountain 12:14 Rimsky-Korsakov's edited version of the piece, performed by the Skidmore College Orchestra. Courtesy of Musopen Έχετε προβλήματα με ; Δείτε βοήθεια πολυμέσων. Δήλωσε επίσης - λανθασμένα, όπως αποδείχθηκε - ότι ποτέ δεν θα επανεπεξεργαστεί το πρωτότυπο: «με όποιες ατέλειες, έχει δημιουργηθεί, με αυτές θα πρέπει να ζει, αν είναι να ζήσει καθόλου».
Έχοντας ολοκληρώσει το έργο, ο Μουσόργκσκι αισθάνθηκε συντετριμμένος, όταν ο μέντοράς του Μπαλάκιρεφ, το κριτικάρισε εξαιρετικά αρνητικά, σχεδόν προσβλητικά. Η γνώμη του είναι διανθισμένη με σχόλια όπως «ο διάβολος ξέρει τι(αυτό είναι)!», «τι σκουπίδι!", και «αυτό θα μπορούσε να εκτός χρήσης!».[8][9]
Αυτή η «πρώτη έκδοση» μπήκε στην άκρη, και δεν εμφανίζεται σε έντυπη μορφή μέχρι το 1968, σε μια νέα έκδοση από τον Γκεόργκι Κίρκορ.
Η συγκεκριμένη -πρώτη- εκδοχή του έργου του 1867 δεν παρουσιάστηκε παρά μόνο στον 20ό αιώνα. Η μουσικολόγος Aleksandra Orlova ισχυρίζεται ότι το πρωτότυπο χειρόγραφο αυτής της έκδοσης ανακαλύφθηκε στη βιβλιοθήκη του Λένινγκραντ από το μουσικολόγο Γκεόργκι Ορλώφ στα τέλη της δεκαετίας του 1920, και εκτελέστκε μία (1) φορά από τη Leningrad Philhamonic Society, και ότι ο Nikolay Malko έφερε μαζί του ένα αντίγραφο, όταν μετανάστευσε στη Δύση[10].
Ο Gerald Abraham υποστηρίζει ότι αυτή η βερσιόν με τον Malko στο πόντιουμ, εκτελέστηκε στις 3 Φεβρουαρίου 1932, προφανώς στην Αγγλία [11], αλλά και το επόμενο έτος σε διάφορες χώρες[12].
Σύμφωνα με το Grove Dictionary of Music έκανε πρεμιέρα στη Μόσχα το 1968, πιθανώς στην έκδοση του Γκεόργκι Κίρκορ.
Η εκδοχή της Μλάντα (Mlada) Η πρώτη βερσιόν του έργου από τον ίδιο τον συνθέτη, έλαβε χώρα το 1872, όταν ο Μουσόργκσκι αναθεώρησε το έργο για φωνητικούς σολίστ, χορωδία και ορχήστρα, ως μέρος της 3ης πράξης στη συλλογική όπερα-μπαλέτο Μλάντα (Mlada), με τη συμμετοχή των Κόρσακοφ, Κουί και Μποροντίν.
Δυστυχώς, η Mlada ήταν ένα έργο καταδικασμένο σε αποτυχία, ενώ η συγκεκριμένη παρτιτούρα, αντίθετα με εκείνη του συμφωνικού ποιήματος, δεν έχει διασωθεί, και ουδέποτε παρουσιάστηκε στο κοινό.
Η εκδοχή της Εμποροπανήγυρης του Σοροτσίντσι Η τρίτη εκδοχή του έργου, είχε τον ολοκληρωμένο τίτλο Το όραμα του Χωριατόπαιδου (Ρωσικά: Сонное видение паробка, Sonnoye videniye parobka) και συνετέθη οκτώ χρόνια αργότερα, όταν Μουσόργκσκι αναθεώρησε την δεύτερη έκδοση. Θέλησε να τη χρησιμοποιήσει ως ένα «όνειρο ιντερμέδιο» στην όπερά του Η Εμποροπανήγυρη του Σοροτσίντσι (Sorochintsi Fair) (1874 - 1880), ένα έργο το οποίο ήταν ακόμα ατελές κατά τη στιγμή του θανάτου του, το 1881. Η παρτιτούρα (για φωνή και πιάνο) του Μουσόργκσκι έχει ημερομηνία 10 Μαΐου 1880[8].
Ο Μουσόργκσκι επέλεξε αρχικά το τέλος της 1ης πράξης της όπερας, ως θέση για το χορωδιακό ιντερμέδιό του. Σήμερα, παρουσιάζεται γενικά στην έκδοση του Shebalin (1930), όπου μεταφέρθηκε, όμως, στην 3η πράξη. Η πρώτη παράσταση της βερσιόν αυτής, δόθηκε το 1931 στο -τότε- Λένινγκραντ, με διευθυντή τον Σαμουήλ Σάμοσουντ.
Η Νύχτα Στο Φαλακρό Βουνό του Κόρσακοφ
Η πρώτη σελίδα του έργου στην έκδοση του Κόρσακοφ, 1886 Στα χρόνια που ακολούθησαν το θάνατο του Μουσόργκσκι, οι φίλοι του ανέλαβαν τη δημοσίευση των χειρογράφων του και δημιούργησαν εκδόσεις των ημιτελών έργων του, ώστε να μπορέσουν να συμπεριληφθούν στο ρεπερτόριό του. Η πλειονότητα των εργασιών σύνταξης έγινε από τον Νικολάι Ρίμσκι-Κόρσακοφ, ο οποίος το 1886 δημιούργησε μία αναθεώρηση της τρίτης βερσιόν (από την Εμποροπανήγυρη του Σοροτσίντσι) που, έμελε να αποτελέσει εκείνη την εκδοχή που θα γνωρίσει τις περισσότερες εκτελέσεις μέχρι τις μέρες μας.
«Όταν άρχισα να το βάζω σε τάξη, με σκοπό τη δημιουργία ενός λειτουργικού κομματιού συναυλίας, πήρα ό,τι θεωρείται το καλύτερο και καταλληλότερο από το τελευταίο υλικό του συνθέτη, με στόχο να δώσω συνοχή και πληρότητα στο έργο». -Νικολάι Ρίμσκι-Κόρσακοφ-
Η αλήθεια είναι ότι ο Κόρσακοφ δεν έκανε χρήση του πρωτότυπου συμφωνικού ποιήματος (1867), πιθανότατα διότι δεν είχε το χειρόγραφο του Μουσόργκσκι στα χέρια του. Άλλωστε η αναφορά της δικής του έκδοσης είναι: «Ολοκληρώθηκε και ενορχήστρωσε ο N. Rimsky-Korsakov, 1886». Επίσης, δεν είχε υπ’όψιν του την επιστολή του συνθέτη προς τον Βλαντιμίρ Νικόλσκι (βλ.ιστορικό), ανακοινώνοντας ότι είχε τελειώσει το έργο την Ημέρα του Αγίου Ιωάννη, και είχε συνθέσει το έργο απευθείας σε πλήρες σκορ ορχήστρας. Το χειρόγραφο του Μουσόργκσκι πιστεύεται ότι βρισκόταν στην κατοχή του Μπαλάκιρεφ εκείνη την εποχή.
Ωστόσο, ο Κόρσακοφ θυμόταν ότι ένα ορχηστρικό αποτέλεσμα ήταν η αρχική πρόθεση του Μουσόργκσκι και, επειδή δεν είχε κανένα χειρόγραφο στα χέρια του, ενορχήστρωσε αυτό που θεωρείται ως "ημιτελές" φωνητικό σκορ από την τρίτη βερσιόν (βλ.ιστορικό), παραλείποντας τα φωνητικά μέρη. Βέβαια ο μεγάλος ενορχηστρωτής Κόρσακοφ έκανε κάποιες «διορθώσεις» που τον χαρακτηρίζουν (όπως έκανε με τον Μπόρις Γκοντούνοφ και τη Χοβάνστσινα), πράγμα που σημαίνει ότι διατηρείται η θεματική δομή του έργου, αλλά μερικές φορές προστίθενται ή παραλείπονται μέτρα και υπάρχουν αλλαγές στις αρμονικές δομές.
Η πρεμιέρα της βερσιόν του Κόρσακοφ δόθηκε τον Οκτώβριο του 1886, τη χρονιά έκδοσης του έργου, στην Αγία Πετρούπολη με διευθυντή τον ίδιο τον Κόρσακοφ.
Η διασκευή του Στοκόβσκι Εκατομμύρια μουσικόφιλοι ανά την υφήλιο οφείλουν τη «γνωριμία» τους με το έργο, στον Λέοπολντ Στοκόβσκι, ο οποίος το χρησιμοποίησε ως ένα από τα μέρη της αριστουργηματικής ταινίας του Walt Disney Φαντασία.
Ο Στοκόβσκι δήλωσε ότι διατήρησε τη βερσιόν του Κόρσακοφ στη μορφή και το περιεχόμενο (αν και προφανώς χωρίς τις «φανφάρες» που σηματοδοτούν την είσοδο του μαύρου θεού Chernobog), αλλά την αρχική σύνθεση του Μουσόργκσκι στην ενορχήστρωση. Ωστόσο, όπως και ο Κόρσακοφ, ο Στοκόβσκι δεν είχε αντίγραφο του πρωτότυπου συμφωνικού ποιήματος του 1867, έτσι έκανε ό, τι ένιωθε πως ο ίδιος ο Μουσόργκσκι θα ήθελε να γίνει, επειδή ήταν ήδη εξοικειωμένος σε κάποιο βαθμό με το στυλ του, αφού πραγματοποίησε την πρεμιέρα στις ΗΠΑ, της αρχικής έκδοσης του Μπόρις Γκοντούνοφ το 1929[13].
Ο Στοκόβσκι δημιούργησε μια ακόμη πιο «δυναμική» διασκευή της Νύχτας στο Φαλακρό Βουνό για συναυλιακές απαιτήσεις. Πάντως η εκδοχή που ακόμη και σήμερα ακούγεται, παραμένει εκείνη του Κόρσακοφ.
Δάφνις και Χλόη είναι μία ιστορία αγάπης που έγραψε ένας εκ των πρώτων μυθιστοριογράφων του κόσμου, ο Έλληνας Λόγγος, συγγραφέας του 3ου μ.Χ. αιώνα.
Το έργο Στην εποχή μας δεν έχουν διασωθεί άλλα έργα του Λόγγου, αλλά το Δάφνις και Χλόη διασώθηκε πλήρες και αποτελείται από 4 βιβλία. Το έργο αυτό ήταν γνωστό από την περίοδο της Αναγέννησης στην Κεντρική Ευρώπη. Πριν όμως γίνει γνωστό στην Ευρώπη, αγαπήθηκε και διασκέδαζε τις δέσποινες και τις αρχόντισσες της Μήθυμνας, από τον 3ο μ.Χ. αιώνα.
Στο βουκολικό αυτό αρχαίο ελληνικό μυθιστόρημα, η φύση, οι ήρωές του και ο ταπεινός κόσμος των αγροτών και των δούλων που τους περιβάλλει, εξιδανικεύονται από τον συγγραφέα. Το ύφος του έργου είναι μοναδικό για την εκλεπτυσμένη περιγραφή του έρωτα και της φύσης. Τίποτα δεν καλύπτεται με πέπλο και όμως το κάθε τι είναι γεμάτο μυστήριο.
Η υπόθεση
Δάφνις και Χλόη - Louise Marie-Jeanne Hersent-Mauduit. Η υπόθεση διαδραματίζεται σε μία παραλία της Λέσβου, όπου οι δύο βοσκοί Λάμων και Δρύας βρίσκουν, υιοθετούν κι ανατρέφουν μαζί δύο έκθετα παιδιά, ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Τα παιδιά φορούν πολλά κοσμήματα, δείγμα της καταγωγής τους. Οι θετοί τους γονείς, οι βοσκοί Λάμων και Δρύας, τους δίνουν τα ονόματα Δάφνις και Χλόη. Όταν μεγαλώνουν τα παιδιά, αναλαμβάνουν τη βοσκή των κοπαδιών (κατσικιών και προβάτων) από τους θετούς γονείς τους, ενώ η φλόγα της αγάπης αρχίζει να διαφαίνεται στις νεανικές τους καρδιές.
Δάφνις και Χλόη στην τέχνη
Δάφνις και Χλόη, γλυπτό του Γάλλου Ζαν-Πιέρ Κορτό (1824). Από το θέμα του εμπνεύστηκαν ζωγράφοι, όπως ο Μπουρντόν (Εθνική Πινακοθήκη Λονδίνου), ο Ζεράρ (Μουσείο Λούβρου), ο Μαρκ Σαγκάλ, γλύπτες όπως ο Νταλού και ο Κορτό (Μουσείο Λούβρου). Γνωστή είναι και η ομώνυμη χορογραφική συμφωνία του Μωρίς Ραβέλ σε 3 μέρη με χορικά.
Το μυθιστόρημα για πρώτη φορά μεταφράστηκε στη γαλλική γλώσσα από τον Αμνώ επίσκοπο της Ωξέρ το 1551 και η πρώτη ολοκληρωμένη έκδοση έγινε το 1810 από τον Πωλ-Λουΐ Κουριέ. Ακολούθησαν πολλές εκδόσεις με σχόλια και διορθώσεις. Στα γερμανικά η καλύτερη έκδοση θεωρείται του εκδοτικού οίκου Prestel – Verlag (1994), εμπλουτισμένη με 42 λιθογραφίες του Σαγκάλ. Ο Γεώργιος Βενδότης ήταν ο πρώτος νεο-έλληνας που μετέφρασε και εξέδωσε το έργο, από το τυπογραφείο του στη Βιέννη.
Η ταινία Το 1931 γυρίστηκε βουβή ταινία του ελληνικού κινηματογράφου υπό τον ίδιο τίτλο (Δάφνις και Χλόη) βασισμένη στο Ειδύλλιον του Λόγγου σε σενάριο και σκηνοθεσία του Ορέστη Λάσκου.
Το 1963 ο Νίκος Κούνδουρος γύρισε την ταινία "Μικρές αφροδίτες", βασισμένη στο ειδύλλιο του Λόγγου και στα "Ειδύλλια" του Θεόκριτου.
Το 1966 η Μίκα Ζαχαροπούλου γύρισε την ταινία "Δάφνις και Χλόη '66", μεταφέροντας το μύθο του Λόγγου στη σύγχρονη εποχή.
Το 1969 ο Ορέστης Λάσκος γύρισε την ταινία "Δάφνις και Χλόη, μικροί εραστές", βασισμένη στο ειδύλλιο του Λόγγου.
Εκδόσεις στα νέα ελληνικά Λόγγος. Δάφνις και Χλόη, μετάφραση Ιώ Τσοκώνα, εκδ. Μεταίχμιο, 2017. Βιβλιογραφία Λόγγος, Δάφνης και Χλόη, Εκδόσεις Ίκαρος, εικονογράφηση Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας.[νεκρός σύνδεσμος] Φαίδων Θεοφίλου, Η Μήθυμνα στο φως της ιστορίας, Ιστορικός περίπατος, Εκδόσεις Εντελέχεια, 2010. Ελίζα-Αννα Δελβερούδη, "Ορέστη Λάσκου, Δάφνις και Χλόη. Μια κινηματογραφική διασκευή του Μεσοπολέμου", Τα Ιστορικά, τ. 18, τχ. 34 (2001), σ. 167-196.
Ο αετός είναι αρπακτικό ημερόβιο πτηνό της τάξης των Αετόμορφων(Accipitriformes). Τα περισσότερα μέλη κατατάσσονται στην οικογένεια Αετίδες (Accipitridae), ειδικά όμως στην ελληνική ορνιθολογική βιβλιογραφία, στους αετούς συμπεριλαμβάνεται και ο ψαραετός της οικογένειας Πανδιονίδες (Pandionidae). (βλ.Συστηματική Ταξινομική).
Η λατινική λέξη aquila για το σημαντικότερο γένος αετών, προέρχεται από το aquilus, που σημαίνει «σκοτεινόχρωμος» και, πιθανόν, σχετίζεται με τον συνηθέστερο χρωματισμό του φτερώματος που είναι σκούρος. [2][3]. Γεωγραφική κατανομή
Οι αετοί είναι κοσμοπολιτικά πτηνά, με εξάπλωση σε όλες τις ηπείρους, αν και τα περισσότερα είδη, βρίσκονται στην Ευρασία. Αντίθετα, τα λιγότερα είδη -μόνο 2- βρίσκονται στη Β. Αμερική. Γενικά χαρακτηριστικά Αετός των Φιλιππίνων
Οι αετοί είναι μεγάλα, σωματώδη αρπακτικά πουλιά, με βαρύ κεφάλι και ράμφος και σχετικά βραχύ λαιμό. Ακόμα και τα μικρότερα μέλη, όπως ο σταυραετός (Aquila pennata), έχουν μεγέθη ανάλογα με εκείνο μιας γερακίνας (Buteo buteo). Γενικά, με εξαίρεση τους κόνδορες και κάποιους γύπες του Παλαιού Κόσμου, οι περισσότεροι είναι μεγαλύτεροι από οποιoδήποτε άλλο αρπακτικό πτηνό. Το μικρότερο είδος Spilornis klossi, ζυγίζει μόλις 450 γραμμάρια και έχει μήκος 40 εκατοστά, ενώ τα μεγαλύτερα είδη αναφέρονται παρακάτω.
Όπως όλα τα αρπακτικά πουλιά, έχουν πολύ μεγάλο και βαρύ ράμφος με ισχυρό άγκιστρο για τον τεμαχισμό σάρκας από τη λεία τους, ενώ η ρινοθήκη στερείται εγκοπής ή οδοντικής προεξοχής (διαφορά από τα γεράκια). [4]
Το πτέρωμα είναι τις περισσότερες φορές σκουρόχρωμο (σταχτί, καφετί ή μαυριδερό), με πιο ανοιχτόχρωμη την κάτω επιφάνειά του. Οι πτέρυγες είναι μεγάλες και αποστρογγυλεμένες (όχι οξύληκτες και δρεπανοειδούς σχήματος όπως στα γεράκια. Η ουρά κυμαίνεται σε μέγεθος από κοντή έως μακριά και, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, φέρει παράλληλες ραβδώσεις και μία τελική σκούρα λωρίδα στην άκρη της.
Οι ταρσοί είναι μυώδεις και, συνήθως πτερωμένοι, εφοδιασμένοι με πανίσχυρους γαμψώνυχες. Η εξαιρετικά οξεία όρασή τους που, φθάνει έως και 3,6 φορές την ανθρώπινη, τους δίνει τη δυνατότητα να εντοπίζουν τα πιθανά θηράματα από πολύ μεγάλη απόσταση. [5] Μάλιστα, αυτή υποβοηθείται από τις πολύ μεγάλες οφθαλμικές κόρες που εξασφαλίζουν ελάχιστη περίθλαση (σκέδαση) του εισερχόμενου φωτός.
Τα φύλα, χωρίς να εμφανίζουν τον έντονο φυλετικό διμορφισμό των γερακιών, έχουν εν τούτοις διαφορά στο μέγεθος, με τα θηλυκά να είναι λίγο μεγαλύτερα και σαφώς βαρύτερα. [6][7]
Επειδή η αλλαγή του πτερώματος με την πάροδο της ηλικίας, γίνεται αργά, η αναγνώριση πεδίου των διαφορετικών ειδών στα νεαρά άτομα, μπορεί να αποβεί ιδιαίτερα δύσκολη. [8]
Είναι τακτικό θέμα συζήτησης ποιο θα πρέπει να θεωρείται το μεγαλύτερο είδος αετού. Η μέτρηση θα μπορούσε να αναφέρεται σε συνολικό μήκος, μάζα σώματος ή άνοιγμα πτερύγων. Διαφορετικές ανάγκες του τρόπου ζωής μεταξύ των διαφόρων ειδών, όμως, έχει ως αποτέλεσμα μεταβλητές μετρήσεις από είδος σε είδος. Για παράδειγμα, πολλά δασόβια είδη, έχουν σχετικά μικρό άνοιγμα πτερύγων, ένα χαρακτηριστικό που απαιτείται για να είναι σε θέση να ελιχθούν σε γρήγορες, σύντομες πτήσεις μέσα από πυκνά δασωμένους οικοτόπους. [9]
Από την άλλη πλευρά, οι αετοί του γένους Aquila βρίσκονται σχεδόν αποκλειστικά σε ανοικτούς χώρους, είναι εξαιρετικοί ανεμοπόροι (soarers), οπότε έχουν σχετικά μεγάλο, για το μέγεθός τους, άνοιγμα πτερύγων. [9]
Τα παρακάτω μεγέθη για τους μεγαλύτερους αετούς αφορούν στον μέσο όρο μετρήσεων, όπως αναφέρονται στο πόνημα Raptors of the World (Ferguson-Lees, et al) και, οι επί μέρους παραπομπές τοποθετούνται μόνο στις περιπτώσεις που οι μετρήσεις εξακριβώθηκαν από τους συγγραφείς προσωπικά. Θέση Κοινή ονομασία Επιστημονική ονομασία Βάρος σώματος 1 Θαλασσαετός του Στέλερ Haliaeetus pelagicus 6,7 κιλά 2 Αετός των Φιλιππίνων Pithecophaga jefferyi 6,35 κιλά 3 Άρπυια Harpia harpyja 5,95 κιλά Θέση Κοινή ονομασία Επιστημονική ονομασία Μήκος σώματος 1 Αετός των Φιλιππίνων Pithecophaga jefferyi 100 εκατοστά [10] 2 Θαλασσαετός του Στέλερ Haliaeetus pelagicus 95,5 εκατοστά 3 Αυστραλιανός Αετός Aquila audax 95 εκατοστά Θέση Κοινή ονομασία Επιστημονική ονομασία Άνοιγμα πτερύγων 1 Θαλασσαετός Haliaeetus albicilla 218,5 εκατοστά 2 Θαλασσαετός του Στέλερ Haliaeetus pelagicus 212,5 εκατοστά 3 Αυστραλιανός Αετός Aquila audax 210 εκατοστά [11][12] Πτήση Αυστραλιανός αετός
Οι αετοί είναι εξαιρετικοί ανεμοπόροι και εκμεταλλεύονται τα θερμικά ρεύματα του αέρα για να πετάνε άκοπα, επισκοπώντας το χώρο (soaring). Κατά την πτήση ξεχωρίζουν: α) το μεγάλο κεφάλι, β) τα πρωτεύοντα ερετικά φτερά που είναι λίγο ανοικτά στα άκρα των πτερύγων και ελαφρά κυρτωμένα προς τα πάνω και γ) η σχετικά μεγάλη, στρογγυλευμένη στην άκρη ουρά. Το βάδισμα είναι αργό, ταλαντευόμενο και συνοδεύεται από πηδήματα, που υποβοηθούνται από κινήσεις των πτερύγων. [13] Κυνήγι/Τροφή
Λόγω του μεγέθους και της ισχύος πολλών ειδών αετών, κατατάσσονται στην κορυφή της τροφικής αλυσίδας μεταξύ των αρπακτικών πτηνών, παγκοσμίως. Το είδος του θηράματος ποικίλλει από γένος σε γένος. Έτσι, το Haliaeetus και το Ichthyophaga προτιμούν να συλλαμβάνουν ψάρια, αν και το πρώτο στρέφεται συχνά σε διάφορα ζώα, ειδικά άλλα υδρόβια πουλιά, και εμφανίζει το φαινόμενο του κλεπτοπαρασιτισμού, αρπάζοντας τη λεία άλλων αρπακτικών.
Τα γένη Circaetus, Terathopius και Spilornis, έχουν ως βασική λεία τα φίδια που βρίσκονται στις τροπικές περιοχές της Αφρικής και της Ασίας. Οι αετοί του γένους Aquila είναι τα κορυφαία αρπακτικά πουλιά στους ανοικτούς οικοτόπους, αφού μπορούν να πιάσουν σχεδόν κάθε μικρού/μεσαίου μεγέθους σπονδυλόζωο. Πολλοί άλλοι αετοί, συμπεριλαμβανομένου του γένους Spizaetus, ζουν κυρίως σε δάση και δασικές εκτάσεις και, στοχεύουν συχνά σε διάφορα δενδρόβια ή εδαφόβια θηλαστικά και πτηνά, τα οποία συχνά συλλαμβάνουν ανυποψίαστα σε τέτοια πυκνά, λαβυρινθώδη περιβάλλοντα.
Οι κυνηγετικές τεχνικές διαφέρουν μεταξύ των ειδών και γενών, με κάποιους μεμονωμένους αετούς να έχουν αναπτύξει εκείνες που βασίζονται στο περιβάλλον και την εκάστοτε λεία τους. Οι περισσότεροι αετοί αρπάζουν το θήραμα χωρίς προσγείωση και το μεταφέρουν σε βολικές θέσεις, όπου το θανατώνουν και το τρώνε. [9]
Ο Αμερικανικός Θαλασσαετός (Haliaeetus leucocephalus), έχει καταγραφεί να έχει πετάξει με το βαρύτερο φορτίο από οποιοδήποτε αρπακτικό πτηνό, συγκεκριμένα ένα ελαφοειδές 6,8 κιλών. [14] Ωστόσο, λίγοι αετοί μπορούν να στοχεύσουν θήραμα πολύ βαρύτερο από ό, τι οι ίδιοι, διότι δεν μπορούν εύκολα να απογειωθούν και, ως εκ τούτου η λεία είτε καταναλώνεται επί τόπου, είτε κομματιάζεται για να μεταφερθεί στη φωλιά. Σε αυτή την περίπτωση τα μεγέθη της λείας αυξάνονται σημαντικά: Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις χρυσαετών και στεφαναετών που έχουν σκοτώσει οπληφόρα βάρους έως 30 κιλών και πολεμαετών ακόμη και 37 κιλών, δηλαδή 7-8 φορές βαρύτερα θηράματα από τον θηρευτή. [9][15] Αναπαραγωγή
Οι περισσότεροι αετοί ζευγαρώνουν εφ’όρου ζωής, ή τουλάχιστον για πολύ μεγάλες περιόδους, αλλά σε περίπτωση απωλείας του ενός συντρόφου, αυτός μπορεί γρήγορα να αντικατασταθεί. Πριν το ζευγάρωμα, εκτελούνται εναέριες επιδείξεις εντυπωσιασμού που, πολλές περιλαμβάνουν γυροπέταγμα (soaring) πάνω από την επικείμενη φωλιά, πτήσεις με εμπλοκή των γαμψωνύχων και προσφορά τροφής από το αρσενικό στο θηλυκό που, με τη σειρά του, μιμείται τη φωνή των νεοσσών. [16]. Άρπυια
Κατασκευάζουν τις φωλιές τους, που ονομάζονται διεθνώς έριις (eyries), σε ψηλά δέντρα ή σε ψηλά βράχια. Τα περισσότερα είδη γεννούν δύο αβγά, με διαφορά 3-4 ημερών, με αποτέλεσμα να υπάρχει διαφορά μεγέθους και, συνήθως, το μεγαλύτερο σκοτώνει το μικρότερο, ένα φαινόμενο που ονομάζεται Καϊνισμός (Fratricide) που, ανάλογα με το είδος, μπορεί να είναι υποχρεωτικός ή μη υποχρεωτικός. Οι γονείς σπάνια επεμβαίνουν στο φαινόμενο. [7][17]
Τα αβγά είναι συνήθως άσπρα, στικτά με κόκκινες ή καφέ κηλίδες και οι νεοσσοί που ονομάζονται αετιδείς είναι καλυμμένοι με λεπτό, λευκό χνούδι, που δίνει αργότερα τη θέση του σε ένα σκούρο και, αργότερα στο πρώτο πτέρωμα που ξεκινάει από τους ώμους. [18]. Κουλτούρα Μυθολογία
Ο αετός υπήρξε το πτηνό-σύμβολο του Δία. Ειδικότερα, ο Δίας φέρεται να είχε πάρει τη μορφή ενός αετού ώστε να απαγάγει το Γανυμήδη για να τον μεταφέρει στον Όλυμπο για να τον κάνει οινοχόο των θεών, και υπάρχουν πολλές σχετικές καλλιτεχνικές απεικονίσεις Θρησκεία
Οι Μότσε (Moche), αρχαία φυλή του Περού, λάτρευαν το πτηνό και συχνά απεικονίζονται αετοί στην τέχνη τους. [19]
Παρά τις σύγχρονες αλλά και ιστορικές πρακτικές των Ινδιάνων της Βορείου Αμερικής να δίνουν φτερά αετού σε μη ιθαγενείς, αλλά και στα μέλη άλλων φυλών που έχουν κριθεί άξια, η τρέχουσα νομοθεσία των Ηνωμένων Πολιτειών, ορίζει ότι μόνο τα πιστοποιημένα άτομα του αμερικανικού ιθαγενούς πληθυσμού, που είναι εγγεγραμμένα σε μία ομοσπονδιακά αναγνωρισμένη φυλή είναι νομίμως εξουσιοδοτημένα να αποκτούν και να κάνουν χρήση φτερών αετού για θρησκευτικούς λόγους. [20] Στον Καναδά, η λαθροθηρία για τα φτερά αετού τιμωρείται αυστηρά. [21] Ιστορία
Ο αετός κατείχε ανέκαθεν ξεχωριστή θέση, τόσο στον αρχαίο όσο και στο βυζαντινό-μεσαιωνικό κόσμο, ενώ χρησιμοποιήθηκε ως σύμβολο ισχύος και εξουσίας και αποτέλεσε το έμβλημα πολλών δυναστικών ή αριστοκρατικών οίκων. Αρχικά σύμβολο θεϊκής δύναμης, δεν άργησε να γίνει έμβλημα και της κοσμικής εξουσίας. Οι Αιγύπτιοι, οι Ασσύριοι, οι Αχαιμενίδες της Περσίας, οι Πτολεμαίοι και κυρίως οι Ρωμαίοι ήσαν οι λαοί που χρησιμοποίησαν ευρύτατα τον αετό, ως σύμβολό τους. Ο δικέφαλος αετός θεωρείται το κατεξοχήν βυζαντινό έμβλημα και μάλιστα αντικατέστησε στην ύστερη βυζαντινή περίοδο τον μονοκέφαλο αετό. [22]
Πάρα πολλά κράτη τον χρησιμοποιούν ως έμβλημα, είτε στη σημαία τους, είτε σε διάφορους θυρεούς πόλεων που σχετίζονται με αυτά.
Χώρες που χρησιμοποιούν τον αετό είτε με δυο είτε με ένα κεφάλι είναι η Ελλάδα, η Γερμανία, η Αλβανία, το Μαυροβούνιο, η Σερβία, η Ρωσία, η Αρμενία κι η Κύπρος. Ο αετος επίσης χρησιμοποιήθηκε και σαν σύμβολο του Ποντιακού ελληνισμού, ενώ χρησιμοποιήθηκε και από την Πρωσική Αυτοκρατορία και την Αυστρία.
Η σημαία του Πόντου
Επιπλέον, ο αετός χρησιμοποιήθηκε σαν σύμβολο από τη Ρωμαϊκή και την μετέπειτα Βυζαντινή Αυτοκρατορία,τη Ρωσική Αυτοκρατορία, το βασίλειο της Σερβίας, τη Σερβία και Μαυροβούνιο, ενώ στις μέρες μας χρησιμοποιείται από την Εκκλησία της Ελλάδας, τα αθλητικά σωματεία ΠΑΟΚ & ΑΕΚ, καθώς και από πολλά γερμανικά κρατίδια, όπως η Φρανκφούρτη κι η Κολωνία. Συστηματική Ταξινομική
Η ταξινομική του αετού ως ταξινομικής μονάδας (taxon), παραμένει εξαιρετικά σύνθετη και προβληματική. Τα παλαιά δεδομένα που στήριζαν την κατάταξη των διαφόρων γενών και ειδών, πάνω σε μορφολογικά, γεωγραφικά ή οικολογικά κριτήρια, έχουν διαφοροποιηθεί δραματικά από τότε που, καινούργια, σύγχρονα δεδομένα, βασισμένα σε χρωμοσωμικά κριτήρια, έχουν ανατρέψει την μέχρι πρότινος υπάρχουσα κατάσταση και έχουν δημιουργήσει ισχυρές διαφωνίες μεταξύ των επιστημόνων. Έτσι, είδη που παλαιότερα θεωρούντο συγγενικά, οι DNA αναλύσεις έδειξαν ακριβώς το αντίθετο, με αποτέλεσμα να μετακινούνται σε άλλα γένη, υποείδη να αναβαθμίζονται σε είδη, γένη να καταργούνται ή να συγχωνεύονται σε ήδη υπάρχοντα, κ.ο.κ. [23]
Το πρόβλημα επιτείνεται από τις -ανέκαθεν υπάρχουσες- λαϊκές ονομασίες που σε πολλές περιπτώσεις δεν αντιστοιχούν στις έγκυρες επιστημονικές ονομασίες. Έτσι, είναι εντελώς παρακινδυνευμένο να ειπωθεί πόσα είδη αετών υπάρχουν σήμερα στον κόσμο, αφού δεν είναι εξακριβωμένο ακόμη το ποια είναι αυτά.
Σύμφωνα με το εγκυρότατο πόνημα των Howard and Moore, Checklist of the Birds of the World (2003), 21 γένη αετών υπάρχουν σήμερα παγκοσμίως, αλλά είναι βέβαιο ότι αυτό θα αλλάξει άμεσα στο προσεχές μέλλον μέσω των νέων δεδομένων, αν και πάντοτε θα υπάρχουν διαφωνίες. Πολεμαετός στην Κένυα Αετοί της Ελληνικής πανίδας
Στον ελλαδικό χώρο απαντούν συνολικά 6 γένη με 11 είδη που, είτε ζουν μόνιμα στη χώρα (επιδημητικά), είτε έρχονται μόνο το χειμώνα (διαχειμάζοντα) ή το καλοκαίρι (για να αναπαραχθούν), είτε απλώς χρησιμοποιούν τη χώρα ως πέρασμα κατά τις δύο μεταναστεύσεις (εαρινή και φθινοπωρινή) προς το Βορρά ή προς το Νότο (μεταναστευτικά).
Σημειωτέον ότι οι μόνοι γνήσιοι αετοί είναι τα μέλη των γενών Aquila και Clanga, ενώ τα υπόλοιπα γένη το σωστό είναι να αποκαλούνται Κιρκαετοί, Θαλασσαετοί, Πέρνες και Ψαραετοί, αντίστοιχα.
Το νερό έχει βρεθεί και στην κατάσταση υγρού κρυστάλλου, κοντά σε υδρόφιλες επιφάνειες. Επίσης, θεωρείται ότι το μόριο του νερού είναι το τρίτο (3ο) σε αφθονία μόριο γενικά στο σύμπαν.[2]
Ο μοριακός τύπος του νερού είναι H2O.
Το (χημικά καθαρό) νερό, στις «κανονικές συνθήκες περιβάλλοντος» (Standard Ambient Temperature and Pressure - SATP, δηλαδή σε θερμοκρασία 25°C και υπό πίεση 1 atm), βρίσκεται σε μια δυναμική ισορροπία υγρού - αερίου, με κύρια φάση την υγρή. Είναι άγευστο και άοσμο, σχεδόν άχρωμο και διαυγές, αλλά εμφανίζει μια γαλάζια χροιά όταν βρίσκεται σε βαθιά στρώματα. Πολλές ουσίες διαλύονται στο νερό και γι' αυτό επονομάστηκε «παγκόσμιος διαλύτης» (universal solvent). Εξαιτίας, όμως, αυτής της τεράστιας ικανότητας διάλυσης που διαθέτει, εξαιρετικά σπάνια βρίσκεται στη φύση σε σχετικά καθαρή μορφή και κάποιες ιδιότητες των διαλυμάτων του ή και του φυσικού νερού δεν ταυτίζονται με τις αντίστοιχες της ίδιας της χημικά καθαρής ένωσης. Το καλύτερο παράδειγμα γι' αυτό είναι η ηλεκτρική αγωγιμότητα του νερού: Το φυσικό νερό είναι καλός αγωγός του ηλεκτρισμού, ενώ το χημικά καθαρό νερό πρακτικά είναι μονωτής (δείτε παρακάτω για λεπτομέρειες).
Ωστόσο, υπάρχουν και σημαντικές ουσίες που είναι δυσδιάλυτες, αν όχι τελείως αδιάλυτες στο νερό, όπως για παράδειγμα λίπη, έλαια και άλλες μη πολικές ουσίες. Το νερό είναι η μόνη συνηθισμένη ουσία που βρίσκεται με φυσικό τρόπο και στις τρεις κανονικές καταστάσεις της ύλης και είναι απαραίτητο σε όλες τις γνωστές μορφές ζωής[5][6] στον πλανήτη μας. Οι άνθρωποι και τα ζώα έχουν στο σώμα τους 55-78% νερό (κατά βάρος)[7], ενώ φθάνει μέχρι και το 90% εκείνου των κυττάρων[8].
Το μόριο του νερού αποτελείται από δύο άτομα υδρογόνου (Η) και ένα άτομο οξυγόνου (Ο), που συνδέονται μεταξύ τους με (πολωμένους) ομοιοπολικούς δεσμούς τύπου σ. Έχει μοριακό τύπο H2O, αλλά σε μερικές περιπτώσεις χρησιμοποιούνται επίσης και οι τύποι ΗΟΗ και ΟΗ2 (σπανιότερα). Η σχετική αναλογία μαζών του υδρογόνου και του οξυγόνου είναι 2.016:16.000, δηλαδή περίπου 1:8.[9][10]. Χημικά, το νερό είναι μια πολύ σταθερή χημική ένωση, αλλά ταυτόχρονα και αρκετά δραστική.
Τα μόρια του νερού είναι πολύ πολικά και σχηματίζουν διαμοριακούς δεσμούς υδρογόνου, τόσο μεταξύ τους όσο και με μόρια (ορισμένων) τυχόν διαλυμένων σε αυτό ουσιών, όπως για παράδειγμα των αλκοολών. Επίσης, πολλές τυχόν διαλυμένες σε αυτό ηλεκτρολυτικές ενώσεις, όπως οξέα, βάσεις και άλατα, διίστανται πλήρως ή μερικώς, ενώ τα ιόντα που προκύπτουν επιδιαλυτώνονται, δηλαδή σχηματίζουν ένυδρα σύμπλοκα.
Συνέπεια της ύπαρξης δεσμών υδρογόνου μεταξύ των μορίων του νερού αποτελούν κάποιες εξαιρετικές ως μοναδικές ιδιότητες, όπως το γεγονός ότι στη στερεή κατάσταση έχει μικρότερη πυκνότητα σε σύγκριση με την υγρή αντίστοιχη, η σχετικά υψηλή θερμοκρασία βρασμού (100 ºC), σε σύγκριση με τη σχετικά μικρή μοριακή μάζα του (~18 amu), και η υψηλή του θερμοχωρητικότητα. Το νερό έχει αμφοτερική συμπεριφορά, δηλαδή παρουσιάζει ιδιότητες και οξέος και βάσης. Αυτοϊονίζεται μερικώς, διιστάμενο σε υδρογονοκατιόντα (H+) και υδροξυλανιόντα (OH-). Αυτό κανονικοποιεί τις συγκεντρώσεις αυτών των ιόντων στο νερό.
Το δημώδες όνομα «νερό» προέρχεται από τη βυζαντινή φράση «νεαρόν ὕδωρ» το οποίο σήμαινε τρεχούμενο νερό (= νερό που μόλις βγήκε από την πηγή), η οποία με τη σειρά της προέρχεται από την αρχαία ελληνική (και καθαρεύουσα) φράση νῆρον ὕδωρ για το νερό. Από την αρχαία ονομασία ὕδωρ έχουν προκύψει όλοι οι σχετικοί επιστημονικοί (και μη) όροι, μεταξύ των οποίων και χημικοί, που χρησιμοποιούνται μέχρι σήμερα, όπως οι όροι ένυδρο άλας, υδρογόνο (= αυτό που γεννάει νερό), υδράργυρος (= υγρός άργυρος), υδατάνθρακας, ενυδάτωση, αφυδάτωση, υδρόλυση, υδάτινος, υδατοκαλλιέργεια, υδατογραφία, υδατοκομία, υδατοσφαίριση, υδρατμός, υδραυλική, υδροβιότοπος, υδροχόος κ.τ.λ..
Συνήθως με τη μορφή πάγου, το νερό υπάρχει και σε άλλα ουράνια σώματα του ηλιακού συστήματος, καθώς και έξω από αυτό.
Το 96,5% του νερού της Γης βρίσκεται στους ωκεανούς (και τις θάλασσες), 1,7% στα υπόλοιπα επιφανειακά νερά (λίμνες, ποτάμια, έλη, κ.τ.λ.), 1,7% στα παγοκαλύμματα και στις παγωμένες σπηλιές της Ανταρκτικής και της Γροιλανδίας, 0,001% ως υγρασία της ατμόσφαιρας και σε σύννεφα[11][12].
Μόνο το 2,5% του νερού της Γης είναι «γλυκό» και το 98,8% του πόσιμου νερού βρίσκεται στα παγοκαλύμματα και στα υπόγεια ύδατα. Λιγότερο από 0,3% του γλυκού νερού της Γης βρίσκεται σε ποτάμια, λίμνες και στην ατμόσφαιρα, ενώ ακόμα μικρότερο ποσοστό (0,003%) περιέχεται στα σώματα των βιολογικών όντων και σε ανθρώπινης παραγωγής προϊόντα[11].
Γαλαζοπράσινο νερό με λίγη αντανάκλαση ηλιακού φωτός.
Το νερό υπάρχει σ' όλους τους (γνωστούς) ζωντανούς οργανισμούς, ζωικούς και φυτικούς[5]. Στις τροφές υπάρχει σε μεγάλο ποσοστό. Το γάλα π.χ. περιέχει 87%, οι πατάτες 78 %, τα αβγά 74 %, τα λαχανικά και τα φρούτα μέχρι 93 % νερό. Στο ανθρώπινο σώμα το νερό περιέχεται σε ποσότητα 70% και στο αίμα 90 %. Μερικές φορές προσκολλάται σε διάφορες χημικές ουσίες και σχηματίζει μ' αυτές ένυδρες ενώσεις, συνήθως κρυσταλλικές, όπως είναι ο ένυδρος θειικός χαλκός, ο γύψος, το θειικό ασβέστιο κ.ά. Το νερό αυτό ονομάζεται «κρυσταλλικό νερό». Άλλοτε πάλι το νερό ενώνεται σταθερά με τα μόρια των χημικών ενώσεων και σχηματίζεται νέα χημική ένωση. Έτσι π.χ. το τριοξείδιο του θείου και το πεντοξείδιο του φωσφόρου ενώνονται με το νερό και δίνουν νέες χημικές ενώσεις, το θειικό οξύ και το φωσφορικό οξύ, αντίστοιχα. Το νερό αυτό ονομάζεται «χημικό» και δεν είναι δυνατό να απομακρυνθεί με απλή θέρμανση όπως το κρυσταλλικό νερό.
Το νερό στη Γη κινείται συνεχόμενα μέσω του «κύκλου του νερού» (μια φυσική ανακύκλωση) που περιλαμβάνει την εξάτμιση (κυρίως των θαλασσών), τη μεταφορά της υγρασίας, τη συμπύκνωση, την κατακρήμνιση (με βροχή, χιόνι, χαλάζι, κ.ά. Δείτε λεπτομέρειες παρακάτω) και την αποστράγγιση με την οποία το μεγαλύτερο ποσοστό επιστρέφει στις θάλασσες. Η εξάτμιση και η μεταφορά υγρασίας συνεισφέρουν στις κατακρημνίσεις πάνω από την ξηρά.
Το ασφαλές πόσιμο νερό είναι ζωτικής σημασίας για τους ανθρώπους και τις άλλες μορφές ζωής. Η πρόσβαση σε ασφαλές πόσιμο νερό έχει βελτιωθεί τις τελευταίες δεκαετίες σχεδόν σε ολόκληρο τον κόσμο, αλλά 1.000.000.000 άνθρωποι ακόμη δεν έχουν πρόσβαση σε ασφαλές πόσιμο νερό και πάνω από 2.500.000.000 έχουν ανεπαρκή πρόσβαση σε αποχέτευση[13]. Υπάρχει μια καθαρή σχέση μεταξύ της πρόσβασης σε ασφαλές πόσιμο νερό και στο ΑΕΠ ανά κάτοικο της κάθε περιοχής[14]. Ωστόσο, κάποιοι παρατηρητές έχουν εκτιμήσει ότι ως το 2025 περισσότερο από το ήμισυ του παγκόσμιου πληθυσμού θα είναι αντιμέτωπο με προβλήματα που θα τους κάνουν ευάλωτους εξαιτίας της (χαμηλής) ποιότητας του πόσιμου νερού στο οποίο θα έχουν πρόσβαση[15]. Μια (σχετικά) πρόσφατη αναφορά (Νοέμβριος 2009) προτείνει ότι μέχρι το 2030 σε κάποιες περιοχές του αναπτυσσόμενου κόσμου η ζήτηση νερού θα ξεπεράσει την προσφορά κατά 50%[16]. Το νερό παίζει ένα σημαντικό ρόλο στην παγκόσμια οικονομία, αφού λειτουργεί ως ένας διαλύτης για μια ευρεία ποικιλία χημικών ουσιών, αλλά και στις εγκαταστάσεις βιομηχανικής ψύξης και για στις μεταφορές άλλων ουσιών. Το 70% του γλυκού νερού που χρησιμοποιείται από τους ανθρώπους πηγαίνει στην αγροτική παραγωγή[17].
Εξαιτίας της ζωτικής του φύσης, η σημασία του για κάθε οικονομία είναι αναντικατάστατη. Εξαιτίας δε της άνισης κατανομής του στη Γη, το νερό, η διαχείρισή του αποτελεί θέμα με ισχυρές γεωπολιτικές, γεωοικονομικές και γεωστρατηγικές προεκτάσεις.
Το νερό μέχρι το 18ο αιώνα θεωρούνταν ως στοιχείο. Πρώτος ο πατέρας της νεότερης χημείας Λαβουαζιέ απέδειξε ότι είναι ένωση του υδρογόνου και του οξυγόνου.
Από το 1992, η 22η Μαρτίου κάθε έτους έχει καθιερωθεί από τη Γενική Συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών ως η παγκόσμια μέρα για το νερό.
Ονοματολογία
Η κατά IUPAC ονομασία του νερού είναι τυπικά «(μον)οξειδάνιο», αλλά προτείνεται επίσης η λέξη «νερό» ή η αντίστοιχή της σε άλλες γλώσσες[18]. Η ονομασία οξειδάνιο πρακτικά χρησιμοποιείται μόνο για το «μητρικό» μονοπυρηνικό «μονοξείδιο του διυδρογόνου», αν και (θεωρητικά) επεκτείνεται και σε «θυγατρικές» ενώσεις, με τη μορφή της ονοματολογίας υποκατάστασης.[19] Ωστόσο αυτές οι παράγωγες ενώσεις έχουν άλλες προτεινόμενες ονομασίες. Για παράδειγμα. η ομάδα ή ιόν υδροξυλίου (-OH), έχει αυτό το προτεινόμενο όνομα (υδροξύλιο) και όχι το συστηματικά παραγώμενο «οξειδανύλιο». Το όνομα «οξάνιο» δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για το νερό, γιατί ήταν ήδη δεσμευμένο για χρήση ως συστηματική ονομασία του τετραϋδροπυρανίου.[20][21]
Η απλούστερη συστηματική ονομασία για το νερό είναι «οξείδιο του υδρογόνου». Αυτή η ονομασία είναι ανάλογη με τις αντίστοιχες ονομασίες των συγγενικών του ενώσεων, συγκεκριμένα του υπεροξειδίου του υδρογόνου (H2O2), του σουλφιδίου του υδρογόνου (H2S) και του οξειδίου του δευτερίου (D2O). Χρησιμοποιώντας τη χημική ονοματολογία για τις ιονικές δυαδικές ενώσεις τύπου I, το νερό θα έπρεπε να ονομάζεται «μονοξείδιο του υδρογόνου»,[22] αλλά η ονομασία αυτή δεν είναι ανάμεσα στις ονομασίες που είναι δημοσιευμένες από την IUPAC.[18] Μια άλλη συστηματική ονομασία για το νερό είναι «μονοξείδιο του διυδρογόνου», που όμως είναι μια σπάνια χρησιμοποιούμενη ονομασία για το νερό, που συνήθως χρησιμοποιείται σε μια απόπειρα απάτης, για να αποφευχθεί η αναγνώριση ότι είναι το νερό αυτό που αναγράφεται. Άλλες ονομασίες που έχουν χρησιμοποιηθεί κατά καιρούς για το νερό είναι «υδροξικό οξύ», «υδροξυλικό οξύ» και «υδροξείδιο του υδρογόνου». Καμιά από αυτές τις εξωτικές ονομασίες του νερού δεν πέτυχε ευρεία χρήση. Η πολωμένη μορφή του νερού (H+OH-) έχει κατά IUPAC την ονομασία «υδροξείδιο του υδρωνίου».[23]
Φυσική παρουσία
Το νερό στο σύμπαν
Δέκτης δέσμης 5 ALMA, συσκευή που σχεδιάστηκε ειδικά για την ανίχνευση νερού στο Σύμπαν.[24]
Πολύ από το νερό στο σύμπαν παράγεται ως παραπροϊόν του σχηματισμού των άστρων: Όταν τα άστρα γεννιούνται, η γέννησή τους συνδυάζεται με ένα δυνατό προς τα έξω «άνεμο» από αέρια και σκόνη. Όταν αυτή η πλημμύρα ύλης συγκρούεται με τα περιβάλλοντα αέρια, τα ωστικά κύματα που δημιουργούνται συμπιέζονται και θερμαίνουν τα αέρια. Παρατηρήθηκε ότι το νερό (μεταξύ άλλων) παράγεται γρήγορα σε αυτά τα πυκνά και θερμά αέρια[25].
Στις 22 Ιουλίου 2011, μια αναφορά περιέγραψε την ανακάλυψη ενός γιγαντιαίου νέφους από υδρατμούς που περιέχει 140 τρισεκατομμύρια φορές την ποσότητα νερού που περιέχουν όλοι οι ωκεανοί της Γης, γύρω από ένα κβάζαρ που βρίσκεται 12 δισεκατομμύρια έτη φωτός από τη Γη. Σύμφωνα με τους ερευνητές η ανακάλυψη αυτή δείχνει ότι το νερό είναι παρόν στο σύμπαν, σχεδόν σε όλη του την ύπαρξη[26][27].
Νερό έχει ανιχνευθεί σε διαστρικά νέφη μέσα στο Γαλαξία μας. Το νερό πιθανότατα υπάρχει σε αφθονία και στους άλλους γαλαξίες επίσης, αφού τα συστατικά του, υδρογόνο και οξυγόνο, είναι ανάμεσα στα πιο άφθονα χημικά στοιχεία του σύμπαντος. Τα διαστρικά νέφη τελικά συμπυκνώνονται σε αστρικά νεφελώματα και αστρικά συστήματα όπως το δικό μας.
Υδρατμοί
Υδρατμοί είναι γνωστό ότι είναι παρόντες στα ακόλουθα ουράνια σώματα:
Στην ατμόσφαιρα του Ήλιου, σε ανιχνεύσιμες ιχνοποσότητες.[28]
Στην ατμόσφαιρα του Ερμή: 3,4% και μεγάλες ποσότητες νερού στην εξώσφαιρα του πλανήτη[29].
Στην ατμόσφαιρα της Αφροδίτης: 0,002%.[30]
Στην ατμόσφαιρα της Γης: ~0,40% αν υπολογιστεί η συγκέντρωση σε ολόκληρη την ατμόσφαιρα, τυπικά 1-4% κοντά στην επιφάνεια.
Στην ατμόσφαιρα της Σελήνης, σε ιχνοποσότητες.[31]
Στην ατμόσφαιρα του Άρη: 0,03%.[32]
Στην ατμόσφαιρα της Δήμητρας.[33]
Στην ατμόσφαιρα του Δία: 0,0004%:[34] Μόνο σε παγοκρυστάλλους.
Στην ατμόσφαιρα της Ευρώπης.[35]
Στην ατμόσφαιρα του Κρόνου: Μόνο σε παγοκρυστάλλους.
Στην στρατόσφαιρα του Τιτάνα.
Στην ατμόσφαιρα του Εγκέλαδου 91%.[36]
Στην εξώσφαιρα της Διώνης.
Στην ατμόσφαιρα του Ουρανού, σε ιχνοποσότητες υπό πίεση κάτω από 50 bar.
Στην ατμόσφαιρα του Ποσειδώνα, σε βαθύτερα στρώματα.[37]
Στην ατμόσφαιρα του εξωπλανήτη HD 189733 b[38].
Στην ατμόσφαιρα του εξωπλανήτη HD 209458 b[39].
Στην ατμόσφαιρα του εξωπλανήτη Τ-Βοώτη Ab.[40]
Στην ατμόσφαιρα του εξωπλανήτη HAT-P-11b.[41][42]
Στην ατμόσφαιρα του εξωπλανήτη XO-1b.
Στην ατμόσφαιρα του εξωπλανήτη WASP-12b.
Στην ατμόσφαιρα του εξωπλανήτη WASP-17b.
Στην ατμόσφαιρα του εξωπλανήτη WASP-19b.[43]
Χωρίς όριο στις ατμόσφαιρες των ψυχρότερων άστρων, αλλά ακόμη και σε γιγάντια θερμά άστρα, όπως ο Μπετελγκέζ, ο Εράκης, ο Αντάρης και ο Αρκτούρος.[44][45]
Σε ορισμένους περιαστρικούς δίσκους.[46][47][48][49][50][51][52]
Υγρό νερό
Υγρό νερό είναι γνωστό ότι υπάρχει στη Γη, καλύπτοντας μάλιστα το 71% της επιφάνειας του πλανήτη.
Βρέθηκε πρόσφατα, επίσης, υγρό νερό στην επιφάνεια του Άρη.[53]
Ορισμένοι επιστήμονες πιστεύουν ότι υπάρχει υγρό νερό στον Εγκέλαδο. Πιο συγκεκριμένα, πιστεύουν ότι υπάρχει ωκεανός βάθους 10 χιλιομέτρων σε βάθος περίπου 30 - 40 χιλιόμετρα κάτω από την επιφάνεια του νότιου πόλου του δορυφόρου.[54][55]
Ορισμένοι επιστήμονες πιστεύουν ότι υπάρχει υγρό νερό στον Τιτάνα. Πιο συγκεκριμένα, πιστεύουν ότι υπάρχει κάτω από την επιφάνεια στρώμα υγρού νερού, πιθανώς σε μίγμα με αμμωνία.[56]
Η επιφάνεια της Ευρώπης έχει χαρακτηριστικά που προτείνουν ότι υπάρχει κάτω από την επιφάνεια ωκεανός υγρού νερού.[57]
Υγρό νερό ίσως υπάρχει, επίσης, στο Γανυμήδη, σε ένα στρώμα που βρίσκεται υπό υψηλή πίεση ανάμεσα σε πάγο και πετρώματα.[58]
Πάγος
Πάγος είναι γνωστό ότι είναι παρών στα ακόλουθα ουράνια σώματα:
Γη: Κυρίως στα παγοκαλύμματα.
Άρης: Πολικά παγοκαλύμματα.
Σελήνη.
Τιτάνας (δορυφόρος του Κρόνου).
Ευρώπη.
Δακτύλιοι του Κρόνου[59].
Εγκέλαδος.
Πλούτωνας[59]
Χάρων (δορυφόρος του Πλούτωνα)[59].
Κομήτες.
Ζώνη του Κάιπερ.
Νέφος του Όορτ.
Πάγος ενδέχεται να υπάρχει ακόμη στη Δήμητρα και στην Τηθύς (δορυφόρος του Κρόνου). Ακόμη, νερό και άλλες πτητικές ενώσεις αποτελούν πιθανότατα μεγάλο μέρος της εσωτερικής δομής του Ουρανού και του Ποσειδώνα και το νερό στα βαθύτερα στρώματα μπορεί να βρίσκεται στη μορφή «ιονικού ύδατος», στο οποίο τα μόρια νερού διασπώνται σε μια «σούπα» από ιόντα υδρογόνου και οξυγόνου. Ακόμη βαθύτερα μπορεί σχηματίζεται «υπεριονικό νερό», όπου το οξυγόνο κρυσταλλώνεται, αλλά τα ιόντα υδρογόνου ρέουν ελεύθερα μέσα στο κρυσταλλικό πλέγμα του (στερεού) οξυγόνου[60].
Επίσης, πολλά από τα ορυκτά της Σελήνης περιέχουν μόρια νερού. Για παράδειγμα, το 2008 μια εργαστηριακή συσκευή απέσπασε και ταυτοποίησε σωματίδια με μικρές ποσότητες νερού μέσα σε ηφαιστειογενή βράχο, που μεταφέρθηκε από τη Σελήνη στη Γη, από το πλήρωμα του Απόλλων 15 το 1971[61]. Η NASA ανέφερε το 2009 την ανίχνευση μορίων νερού από τον Ορυκτολογικό Χαρτογραφητή Σελήνης, πάνω στο διαστημικό σκάφος Chandrayaan-1 του Ινδικού Ερευνητικού Οργανισμού Διαστήματος[62].
Το νερό στην «κατοικήσιμη ζώνη»
Η ύπαρξη υγρού νερού στη Γη είναι ζωτική για τη ζωή, τουλάχιστον με τις μορφές που τη γνωρίζουμε. Η ύπαρξη νερού και στις δυο άλλες φάσεις του είναι επίσης ζωτική, αν και σε ένα μικρότερο βαθμό. Η Γη βρίσκεται στην αποκαλούμενη «κατοικήσιμη ζώνη» του ηλιακού μας συστήματος. Αν ήταν ελαφρώς κοντύτερα ή μακρύτερα από τον Ήλιο, π.χ. κατά 5% ή 8 εκατομμύρια χλμ., οι συνθήκες που επιτρέπουν τη συνύπαρξη νερού και στις τρεις γνωστές φάσεις του θα ήταν πολύ πιο απίθανο να υπάρχουν[63][64].
Η βαρύτητα της Γης της επιτρέπει να κρατήσει μια ατμόσφαιρα. Το νερό και το διοξείδιο του άνθρακα δημιουργούν ένα φαινόμενο του θερμοκηπίου που επιτρέπει τη διατήρηση μιας σχετικά σταθερής επιφανειακής θερμοκρασίας. Αν η Γη ήταν μικρότερη, μια λεπτότερη ατμόσφαιρα θα επέτρεπε τη θερμοκρασία να φθάνει σε ακραία επίπεδα, εμποδίζοντας έτσι τη συγκέντρωση νερού αλλού εκτός από τα πολικά παγοκαλύμματα, όπως π.χ. συμβαίνει στον Άρη.
Η επιφανειακή θερμοκρασία της Γης έχει μείνει σχετικά σταθερή μέσα στο γεωλογικό χρόνο παρά την ποικιλία των επιπέδων της εισερχόμενης ηλιακής ακτινοβολίας, δείχνοντας ότι μια δυναμική διεργασία κυβερνά τη θερμοκρασία της Γης μέσω των αερίων του θερμοκηπίου και την ατμοσφαιρική ή και επιφανειακή ανάκλαση, λόγω λευκότητας. Αυτή η πρόταση είναι γνωστή ως «υπόθεση Γαία».
Η κατάσταση του νερού σε έναν πλανήτη καθορίζεται από την υπάρχουσα πίεση, που καθορίζεται από την πλανητική βαρύτητα. Αν ένας πλανήτης έχει σχετικά μεγάλη μάζα, το νερό μπορεί να παραμένει στερεό ακόμη και σε υψηλές θερμοκρασίες, εξαιτίας της μεγάλης πίεσης που προκαλεί η αυξημένη βαρύτητα, όπως παρατηρήθηκε στους εξωπλανήτες Γλιες 436 b[65] και Γλιες 1214 b[66].
Υπάρχουν διάφορες θεωρίες σχετικά με την προέλευση του νερού στη Γη.
Το νερό στη Γη
Μια γραφική αναπαράσταση των υδάτινων περιοχών στη Γη.
Η Γη όπως φάνηκε από το Απόλλων 17
.
Η υδρολογία είναι η επιστήμη της κίνησης, της κατανομής και της ποιότητας του νερού στη Γη. Ειδικότερα, η μελέτη της κατανομής του επιφανειακού νερού ονομάζεται υδρογραφία. Επίσης, η μελέτη της κατανομής και της κίνησης των υπόγειων υδάτων ονομάζεται υδρογεωλογία, η μελέτη των παγοκαλυμάτων παγολογία, η μελέτη των υδάτων της ξηράς λιμνολογία και η κατανομή του στους ωκεανούς ωκεανογραφία. Οι οικολογικές διεργασίες της υδρολογίας βρίσκονται στο πεδίο εστίασης της οικοϋδρολογίας.
Η συνολική μάζα του νερού που βρίσκεται στην επιφάνεια του πλανήτη, καθώς και πάνω και κάτω απ' αυτήν ονομάζεται υδρόσφαιρα. Υπολογίστηκε ότι στη Γη το νερό έχει συνολικό όγκο 1.338.000.000 km³[11]. Το υγρό νερό βρίσκεται σε υδάτινα συστήματα, όπως οι ωκεανοί, οι θάλασσες, οι λίμνες, τα ποτάμια, οι χείμαρροι, τα κανάλια, οι υδρόλακκοι, οι υδατοδεξαμενές και τα έλη. Βρίσκεται ακόμη σε υπόγεια αποθέματα.
Το νερό είναι σημαντικό σε πολλές γεωλογικές διεργασίες. Το υπόγειο νερό είναι παρόν και στα περισσότερα πετρώματα και η πίεση που αυτό ασκεί (με την πήξη και τη συνακόλουθη διαστολή του) έχει ως συνέπεια το φαινόμενο της αποσάθρωσης. Το νερό στο μανδύα είναι υπεύθυνο για την έκρηξη που παράγεται από τα ηφαίστεια σε ζώνες καταβύθισης. Στην επιφάνεια της Γης, το νερό είναι σημαντικό και για τις φυσικές και για τις χημικές διεργασίες που είναι συνέπεια των καιρικών φαινομένων. Το υγρό νερό, αλλά και ο πάγος, αν και σε λιγότερο, αλλά και πάλι αρκετά σημαντικό βαθμό, ευθύνονται για συχνά μεγάλης κλίμακας μεταφορά υλικών που συμβαίνει στην επιφάνεια του πλανήτη μας. Η απόθεση των μεταφερόμενων φερτών υλικών οδηγεί στο σχηματισμό πολλών τύπων ιζηματογενών πετρωμάτων, που αποτελούν γεωλογικό αρχείο για την καταγραφή της Ιστορίας της Γης.
Κύκλος του νερού
Ο κύκλος του νερού
Κύριο λήμμα: Κύκλος του νερού
Το φυσικό νερό (πηγών, ποταμών κ.λ.π.) δεν είναι καθαρή χημική ένωση. Περιέχει σχεδόν πάντοτε διαλυμένα ανόργανα άλατα, αέρια και άλλες ουσίες, πολλές φορές και οργανικές. Σχηματίζεται από τη συμπύκνωση των υδρατμών που παράγονται από την εξάτμιση του νερού των ποταμών, των λιμνών και των θαλασσών που πέφτει ως βροχή, χιόνι ή χαλάζι.
Το νερό της βροχής διαλύει διάφορα συστατικά της ατμόσφαιρας, π.χ. διοξείδιο του άνθρακα (CΟ2), λίγο οξυγόνο και άζωτο, συμπαρασύρει σκόνη, αιθάλη και άλλες αιωρούμενες ουσίες. Φτάνει στη γη ως αραιότατο οξύ, λόγω του διαλυμένου διοξειδίου του άνθρακα. Για το λόγο αυτόν, το φυσικό νερό διαλύει τα δυσδιάλυτα ανθρακικά άλατα του ασβεστίου και του μαγνησίου και τα μετατρέπει σε ευδιάλυτα όξινα ανθρακικά άλατα των στοιχείων.
Κατά την εξάτμιση του νερού από την επιφάνεια της γης απορροφάται το 30% της ενέργειας του ήλιου που φτάνει στην επιφάνεια της γης με μορφή ακτινοβολίας. Σε αυτό οφείλονται μετεωρολογικά φαινόμενα όπως τυφώνες και τροπικές καταιγίδες[5].
Επιπλέον το κλίμα μιας περιοχής εξαρτάται από την εγγύτητα σε γεωγραφικές περιοχές νερού αλμυρές ή γλυκές, όσο πιο κοντά είναι μια περιοχή σε νερό τόσο πιο ομαλό είναι το κλίμα εξ' αιτίας της μεγάλης θερμοχωρητικότητας του νερού.
Ο κύκλος του νερού (γνωστός επιστημονικά ως «υδρολογικός κύκλος») αναφέρεται στη συνεχόμενη ανταλλαγή του νερού μέσα στην υδρόσφαιρα, δηλαδή μεταξύ ατμόσφαιρας, επιφανειακού νερού, εδαφικού νερού, υπόγειου νερού και βιόσφαιρας.
Το νερό κινείται αέναα μεταξύ αυτών των περιοχών του υδρολογικού κύκλου που αποτελείται (κυρίως) από τις ακόλουθες μεταφορικές διεργασίες:
Εξάτμιση του νερού από τις επιφάνειες των ωκεανών, τις υπόλοιπες υδάτινες επιφάνειες αλλά και τη διαπνοή της βιόσφαιρας (φυτά, ζώα, άνθρωποι κ.τ.λ.) στην ατμόσφαιρα.
Συμπύκνωση (συνήθως) σε σύννεφα που περιέχουν σταγονίδια ή και παγοκρυστάλλους και κατακρήμνιση του νερού από τα σύννεφα (συνήθως) με τις μορφές των διαφόρων μετεωρολογικών φαινομένων.
Επιστροφή με αποστράγγιση στη θάλασσα, σε άλλες υδάτινες επιφάνειες και στη βιόσφαιρα.
Το μεγαλύτερο ποσοστό του νερού των υδρατμών πάνω από τους ωκεανούς επιστρέφει στους ωκεανούς, αλλά οι άνεμοι μεταφέρουν το υπόλοιπο ποσοστό πάνω από την ξηρά με τον ίδιο ρυθμό με την αποστράγγιση του επιφανειακού ύδατος στη θάλασσα. Ο ρυθμός αυτός εκτιμήθηκε σε 47 τρισεκατομμύρια τόννους ύδατος το χρόνο. Πάνω από την ξηρά, η εξάτμιση υδάτινων επιφανειών της ξηράς και η διαπνοή της βιόσφαιρας συνεισφέρουν (κατ' εκτίμηση) άλλους 72 τρισεκατομμύρια τόννους ύδατος το χρόνο. Συνολικά μια κατακρήμνιση με ρυθμό που εκτιμήθηκε σε 119 τρισεκατομμύρια τόννους ύδατος το χρόνο, συμβαίνει πάνω από την ξηρά. Η κατακρήμνιση αυτή γίνεται με τα διάφορα μετεωρολογικά φαινόμενα. Τα πιο συνηθισμένα από αυτά περιλαμβάνουν τη βροχή, το χιόνι, το χαλάζι, την ομίχλη, τη δροσιά και την πάχνη[67]. Η δροσιά είναι σταγονίδια νερού που συμπυκνώνονται όταν υψηλής συγκέντρωσης υδρατμοί έρθουν απευθείας σε επαφή με ψυχρό έδαφος. Αν το έδαφος είναι πολύ ψυχρό, μπορεί η δροσιά να μετατραπεί σε πάχνη, με την κρυστάλλωση των σταγονιδίων σε μικρούς παγοκρυστάλλους. Η δροσιά και η πάχνη εμφανίζονται συνήθως την αυγή, λίγο πριν ανατείλει ο ήλιος, οπότε συνήθως η θερμοκρασία του εδάφους είναι η ελάχιστη[68]. Συμπυκνωμένη υγρασία στον αέρα μπορεί επίσης να αναλύσει το ηλιακό φως σχηματίζοντας τοπικά και πρόσκαιρα ουράνιο τόξο.
Ένα ποσοστό των κατακρημνίσεων συσσωρεύεται σε ρυάκια ή και σε χειμάρρους που τελικά ενώνονται σε ποταμούς. Ένα μαθηματικό μοντέλο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να προσομοιάσει τη ροή των χειμάρρων και των ποταμών και να υπολογίσει παραμέτρους ποιότητας του ύδατος ονομάζεται «μοντέλο υδρολογικής μεταφοράς». Κάποιο ποσοστό από το νερό των ποταμών διοχετεύεται μέσω της άρδευσης στις αγροτικές εκμεταλλεύσεις. Ακόμη, τα ποτάμια, οι λίμνες και οι θάλασσες συχνά παρέχουν ευκαιρίες για ταξίδια και εμπόριο. Μέσω της αποσάθρωσης και της διάβρωσης, οι κατακρημνίσεις μεταβάλλουν το σχήμα του περιβάλλοντός μας, σχηματίζοντας κοιλάδες και δέλτα, που παρέχουν εύφορα εδάφη που χρησιμοποιούνται ως πληθυσμιακά κέντρα. Μια πλημμύρα συμβαίνει όταν μια χαμηλή (συνήθως) περιοχή ξηράς καταλαμβάνεται από νερό. Αυτό συχνά συμβαίνει όταν ποτάμια υπερχειλίζουν και πλημμυρίζουν τις γύρω χαμηλές περιοχές, αλλά μερικές φορές και η θάλασσα πλημμυρίζει παράκτιες χαμηλές περιοχές. Μια παρατεταμένη ξηρασία για μήνες ή ακόμη και για χρόνια δημιουργεί σε μια περιοχή έλλειψη στην παροχή νερού. Αυτό συμβαίνει όταν μια περιοχή λαμβάνει για σημαντικό συνεχές χρονικό διάστημα κατακρημνίσεις κάτω από τον αναμενόμενο μέσο όρο.
Αποθήκευση «γλυκού» νερού
Κύριο λήμμα: Υδάτινοι πόροι
Ένας φυσικός υγρότοπος.
Κάποιο ποσοστό του βρόχινου νερού παγιδεύεται για κάποιες χρονικές περιόδους, π.χ. σε λίμνες. Σε μεγάλα υψόμετρα, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του χειμώνα, και πολύ βόρεια ή και πολύ νότια, το χιόνι συσσωρεύεται σε παγοκαλύμματα, στρώματα χιονιού και παγετώνες. Επίσης κάποιο νερό διηθείται από το έδαφος και πηγαίνει σε υδροφορείς, δηλαδή υπόγεια αποθέματα νερού. Αυτό το υπεδάφειο νερό αργότερα κυλά πίσω στην επιφάνεια από τις πηγές, ή και πιο θεαματικά, από τις θερμές πηγές και τους θερμοπίδακες. Το υπεδάφειο νερό μπορεί επίσης να εξαχθεί τεχνητά με πηγάδια. Αυτή η αποθήκευση νερού είναι σημαντική, εφόσον το «γλυκό» νερό είναι ζωτικό για τους ανθρώπους και τα υπόλοιπα έμβια όντα της ξηράς. Σε πολλά μέρη του κόσμου, όμως, αυτή η παροχή είναι ανεπαρκής.
Οι υδάτινοι πόροι είναι διαθέσιμες πηγές νερού που είναι χρήσιμες ή εν δυνάμει χρήσιμες για τον άνθρωπο και την οικονομία του. Οι ανθρώπινες χρήσεις νερού περιλαμβάνουν τη γεωργία, τη βιομηχανία, την οικιακή χρήση, την αναψυχή και κάποιες περιβαλλοντολογικές δραστηριότητες. Ουσιαστικά όλες οι ανθρώπινες χρήσεις απαιτούν «γλυκό» νερό.
Ωστόσο, το 97% του νερού στη Γη είναι «αλμυρό» νερό, και μόνο το 3% είναι «γλυκό»: Λίγο παραπάνω από τα δύο τρίτα (2/3) αυτού του «γλυκού νερού» βρίσκεται σε παγετώνες και στα πολικά παγοκαλύμματα[69]. Το υπόλοιπο (~1%) βρίσκεται με τη μορφή υγρού «γλυκού» νερού, κυρίως ως υπεδάφειο νερό, και μόνο ένα πολύ μικρό κλάσμα του συνολικού νερού της Γης βρίσκεται στην επιφάνεια του πλανήτη μας ή και στην ατμόσφαιρά του[70].
Με το όρο γλυκό ύδωρ χαρακτηρίζεται σε αντίθεση προς τη θάλασσα κάθε υδάτινη έκταση με γλυκό νερό π.χ. λίμνες, ποταμοί. Για την περίπτωση αυτή έχει ορισθεί ειδική γραμμή φόρτωσης πλοίου (μέγιστου δυνατού φορτίου) που ονομάζεται γραμμή φόρτωσης γλυκέων υδάτων (fresh water line). Επίσης στα πλοία, χαρακτηρίζεται γλυκό νερό το νερό που τοποθετείται στις δεξαμενές γλυκέος ύδατος (fresh water tanks) για διάφορες χρήσεις. Το πόσιμο νερό πρέπει να είναι διαυγές, άχρωμο, άοσμο, δροσερό (θερμοκρασίας 7 - 11 βαθμών Κελσίου). Πρέπει να περιέχει μικρή ποσότητα ανόργανων αλάτων (0,5 g/L), γιατί το καθαρό νερό χωρίς διαλυμένα άλατα είναι βλαβερό για τον οργανισμό, εξαιτίας της μεγάλης διαπιδυτότητας των κυττάρων. Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο τα θαλασσινά ψάρια πεθαίνουν όταν μεταφερθούν σε γλυκό νερό και ψάρια του γλυκού νερού πεθαίνουν αμέσως μόλις τοποθετηθούν μέσα σε αποσταγμένο νερό, γιατί καταστρέφονται τα ερυθρά αιμοσφαίρια (αιμόλυση). Το πόσιμο νερό περιέχει διαλυμένο οξυγόνο, άζωτο, διοξείδιο του άνθρακα, ελάχιστα ίχνη οργανικών ουσιών, καθώς και ίχνη φυτικών μικροοργανισμών. Το πόσιμο νερό πρέπει να εξετάζεται φυσικά (θερμοκρασία, διαύγεια, γεύση, οσμή), χημικώς (ποιοτικός και ποσοτικός έλεγχος ουσιών, σκληρομετρία), μικροσκοπικά (έρευνα μικροοργανισμών), βακτηριολογικά (καλλιέργεια των μικροβίων του νερού) και τοπογραφικά (θέση πηγής, διαδρομής του νερού).
Το πρόβλημα της λειψυδρίας
Το «γλυκό νερό» είναι ένας ανανεώσιμος πόρος, αλλά παρ'όλα αυτά η παγκόσμια προμήθεια καθαρού «γλυκού» νερού σταθερά μειώνεται[71]. Η ζήτηση νερού ήδη ξεπερνά την προσφορά σε πολλά μέρη του κόσμου, καθώς ο παγκόσμιος πληθυσμός συνεχίζει να αυξάνεται, και επομένως το ίδιο και η παγκόσμια ζήτηση νερού. Η εγρήγορση για την παγκόσμιας σημασίας διατήρησης νερού για την εξυπηρέτηση οικοσυστημάτων έχει μόλις πρόσφατα αρχίσει να αναπτύσσεται, συγκεκριμένα κατά τον 20ό αιώνα, και πάνω από τους μισούς υγρότοπους της Γης έχουν (δυστυχώς) χαθεί για τις πολύτιμες οικολογικές τους υπηρεσίες. Το νομικό πλαίσιο για την κατανομή των υδάτινων πόρων στους χρήστες νερού (όπου ένα τέτοιο πλαίσιο υπάρχει) είναι γνωστό ως «δικαιώματα στο νερό» (water rights).
Εξαιτίας της ραγδαίας αύξησης του πληθυσμού της Γης, της μαζικής κατανάλωσης, της κατάχρησης των φυσικών πόρων, της ρύπανσης και μόλυνσης του νερού η διαθεσιμότητα του πόσιμου νερού δεν επαρκεί για να καλύψει τις ανάγκες της σύγχρονης εποχής και διαρκώς μειώνεται. Για αυτό το λόγο, το νερό αποτελεί στρατηγικής σημασίας αγαθό σε όλην την υφήλιο και άρχισε ήδη να αποτελεί αιτία για πολλές πολιτικές διενέξεις. Πολλοί έχουν προβλέψει ότι το καθαρό νερό θα γίνει το πετρέλαιο του μέλλοντος καθιστώντας τον Καναδά, με τα πλεονάζοντα αποθέματα «γλυκού» νερού, την πιο πλούσια χώρα του πλανήτη. Σύμφωνα με την έρευνα της UNESCO που πραγματοποιήθηκε το 2003 για τα παγκόσμια αποθέματα νερού, υπολογίζεται ότι στα επόμενα 20 χρόνια η ποσότητα του νερού που αναλογεί στον καθένα προβλέπεται να μειωθεί κατά 30%.
Σήμερα ένα ποσοστό 40% από τους ανθρώπους που ζουν στη γη δεν έχει επαρκές νερό ακόμα και για υποτυπώδη υγιεινή. Περισσότεροι από 2,2 εκατομμύρια άνθρωποι πέθαναν το 2000 από ασθένειες που σχετίζονται με την κατανάλωση μολυσμένου νερού, ή με ξηρασία. Το 2004, σε μια έρευνα που πραγματοποιήθηκε από τη φιλανθρωπική οργάνωση WaterAid αναφέρεται ότι στη Βρετανία ένα παιδί πεθαίνει κάθε 15 δευτερόλεπτα από ασθένειες που σχετίζονται με το μολυσμένο νερό. Το πόσιμο νερό (τώρα πολυτιμότερο από κάθε άλλη φορά στην ιστορία λόγω της εντατικής χρησιμοποίησης του στη γεωργία, στη σύγχρονή βιομηχανία και στην παραγωγή ενέργειας) χρειάζεται καλύτερη διαχείριση και λογική χρήση εάν δεν επιθυμούμε να ζήσουμε τραγικές καταστάσεις στο μέλλον.
Ιαματικές πηγές
Κύριο λήμμα: Ιαματικές πηγές
Το νερό της βροχής μερικές φορές διεισδύει μέσα στο έδαφος και γίνεται θερμότερο, γι' αυτόν το λόγο διαλύει περισσότερες στερεές ουσίες με τις οποίες έρχεται σε επαφή. Το νερό αυτό βγαίνει στην επιφάνεια και σχηματίζει πηγές που λέγονται "θερμές πηγές" ή "μεταλλικές" ή "ιαματικές". Ανάλογα με τις ουσίες που είναι διαλυμένες στο νερό, οι θερμές πηγές διακρίνονται σε διάφορες κατηγορίες, όπως σε "οξυανθρακικές" (Νιγρίτα, Σουρωτή), που περιέχουν διοξείδιο του άνθρακα, "θειούχες" ( Λαγκαδάς, Σέδες, Σιδηρόκαστρο), που περιέχουν υδρόθειο και άλλα θειούχα άλατα, "αλκαλικές" (Λουτράκι, Αιδηψός), που περιέχουν όξινο ανθρακικό νάτριο ή λίθιο, "πικρές", που περιέχουν θειικό μαγνήσιο, θειικό νάτριο, "σιδηρούχες" και τέλος "ραδιενεργές", λόγω των ραδιενεργών αερίων που περιέχουν. Οι Ιαματικές πηγές εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στην πόλη Σπα του Βελγίου.
Το θαλάσσιο νερό
Κύριο λήμμα: Θαλάσσιο νερό
Το θαλάσσιο νερό περιέχει κατά μέσο όρο 3,5% χλωριούχο νάτριο συν μικρότερα ποσοστά άλλων διαλυμένων ουσιών. Οι φυσικές ιδιότητες του θαλάσσιου νερού διαφέρουν (λίγο) από τις ιδιότητες του «γλυκού» νερού, με κάποιες αξιόλογες επιπτώσεις. Για παράδειγμα, παγώνει σε χαμηλότερη θερμοκρασία (περίπου στους -1,9 °C) και η πυκνότητά του αυξάνεται με τη μείωση της θερμοκρασίας ως το σημείο τήξης του, αντί να φθάνει στη μέγιστη πυκνότητά του γύρω στους 4 °C. Η αλμυρότητα του θαλάσσιου νερού κυμαίνεται σημαντικά, από περίπου 0,7%, στη Βαλτική Θάλασσα, ως περίπου 4,0%, στην Ερυθρά Θάλασσα.
Το φαινόμενο της παλίρροιας
Κύριο λήμμα: Παλίρροια
Το φαινόμενο της παλίρροιας (πλημμυρίδα-άμπωτη)
Οι παλίρροιες είναι ένας περιοδικός κύκλος ανόδου (πλημμυρίδα) και καθόδου (άμπωτη) του τοπικού επιπέδου της θαλάσσιας επιφάνειας, η οποία προκαλείται από τις παλιρροιακές (βαρυτικές ουσιαστικά) δυνάμεις της Σελήνης και του Ήλιου πάνω στο νερό των ωκεανών. Οι παλίρροιες προκαλούν προσωρινές αλλαγές στο θαλάσσιο βάθος και δημιουργούν παλιρροιακά ρεύματα, όπως π.χ. στον Πορθμό του Ευρίπου. Η αλλαγή της παλίρροιας προκαλείται ως συνέπεια της αλλαγής της θέσης Σελήνης και Ήλιου σε σχέση με τη Γη, σε συνδυασμό με την περιστροφή του πλανήτη, αλλά και την τοπική βαθυμετρία. Η απογύμνωση της παραλίας που βυθίζεται κατά την πλημμυρίδα και αποκαλύπτεται κατά την άμπωτη, είναι το αποτέλεσμα της θέσης της παλιρροιακής ζώνης και αποτελεί ένα ση μαντικό οικολογικό παράγωγο της θαλάσσιας παλίρροιας.
Ιστορία
Ο Χένρι Κάβεντις έδειξε ότι το νερό αποτελείται από οξυγόνο και υδρογόνο το 1781.[72] Η πρώτη αποσύνθεση του νερού σε υδρογόνο και οξυγόνο, με ηλεκτρόλυση, έγινε το 1800 από τον Άγγλο χημικό Γουίλλιαμ Νίκολσον (William Nicholson) και τον Άντονυ Κάρλισλ (Anthony Carlisle).[72][73] Το 1805, οι Ζοζέφ Λουί Γκαι-Λυσάκ (Joseph Louis Gay-Lussac) και Αλεξάντερ φον Χούμπολτ (Alexander von Humboldt) έδειξαν ότι το νερό αποτελείται από δύο μέρη υδρογόνου και ένα μέρος οξυγόνου.[74]
Ο Γκίλμπερτ Νιούτον Λιούις (Gilbert Newton Lewis) απομόνωσε το πρώτο δείγμα βαρέος ύδατος το 1933.[75]
Οι ιδιότητες του νερού ιστορικά χρησιμοποιήθηκαν για να ορίσουν διάφορες κλίμακες μέτρησης θερμοκρασίας. Οι πιο αξιοσημείωτες ήταν, οι κλίμακες Κέλβιν, Κελσίου, Ράνκιν και Φαρενάιτ. Αυτές ορίστηκαν με βάση τις κανονικές θερμοκρασίες τήξης και βρασμού του νερού. Λιγότερο συνηθισμένες ήταν οι κλίμακες Ντελίσλ, Νιούτον, Ρεωμύρου και Ρόμερ, που ορίστηκαν ομοίως. Το τριπλό σημείο του νερού χρησιμοποιείται πολύ συχνά ως σημείο αναφοράς στις μέρες μας.
Νερό και ζωή
Μια όαση είναι μια απομονωμένη πηγή νερού (συνήθως) με βλάστηση τριγύρω μέσα σε μια έρημο.
Σύνοψη της φωτοσύνθεσης και την κυτταρικής αναπνοής.
Η σημασία του βιολογικού ρόλου του νερού καθίσταται εμφανής αν υπολογίσει κανείς ότι στο εσωτερικό περιβάλλον των κυττάρων το νερό καταλαμβάνει ένα πολύ μεγάλο ποσοστό της κατά βάρος σύστασής των, που μπορεί να μην είναι το ίδιο σε όλα τα κύτταρα, και που κυμαίνεται μεταξύ 70 και 90%. Και ακόμη ότι το μεσοκυττάριο υγρό αποτελεί το υδατικό περιβάλλον που αναπτύσσονται τα κύτταρα των πολυκύτταρων οργανισμών.
Από μια βιολογική σκοπιά, το νερό περιέχει πολλές ιδιότητες που είναι κρίσιμες για τη διατήρηση της ζωής (τουλάχιστον όπως αυτή είναι γνωστή στη Γη), γεγονός που το ξεχωρίζει από άλλες ουσίες. Οι σημαντικότεροι λόγοι που καθιστούν το νερό τόσο απαραίτητο στοιχείο της ζωή είναι ακριβώς οι φυσικοχημικές του ιδιότητες που αποτελούν απόρροια της πολικότητάς του και της ικανότητας των μορίων του να συνδέονται μεταξύ τους με δεσμούς υδρογόνου. Αναλυτικότερα οι φυσικοχημικές του αυτές ιδιότητες είναι:
Η μεγάλη διαλυτική του ικανότητα.
Η μεγάλη αντίσταση σε θερμικές μεταβολές, (μεγαλύτερη θερμοχωρητικότητα από κάθε υγρό).
Η ανάπτυξη ισχυρών δυνάμεων συνοχής και συνάφειας.
Η μεγαλύτερη πυκνότητά του σε υγρή μορφή απ΄ ότι σε στερεή.
Η αντιστρεπτή διάσταση του νερού σε κατιόντα υδρογόνου και ανιόντα υδροξυλίου, γεγονός που το καθιστά έναν αμφολύτη.
Πραγματοποιεί τις παραπάνω ιδιότητες ώστε να ασκήσει επιτυχώς τον καθοριστικό για ζωή ρόλο του, επιτρέποντας σε οργανικές ενώσεις να αντιδρούν με τρόπους που τελικά επιτρέπουν την επανάληψη. Όλες οι γνωστές μορφές ζωής εξαρτώνται από το νερό. Το νερό είναι ζωτικό πρώτα απ' όλα ως διαλύτης, στον οποίο πολλές σημαντικές για τη ζωή ουσίες διαλύονται, αφού περισσότερες χημικές ουσίες που παρατηρούνται στο εσωτερικό των κυττάρων είναι ευδιάλυτες στο νερό, Το γεγονός αυτό επιτρέπει στις διαλυμένες ουσίες την εύκολη μετακίνησή τους από το ένα σημείο του οργανισμού, ή και του κυττάρου ειδικότερα, σε άλλο και κατά συνέπεια την επαφή τους και την εξ αυτής πραγματοποίηση των χημικών αντιδράσεων μέσα στο κύτταρο. Είναι επίσης χρήσιμο και ως ενεργό συστατικό που παίρνει μέρος σε πολλές και ζωτικές μεταβολικές διεργασίες. Ο μεταβολισμός αποτελεί το άθροισμα του αναβολισμού και του καταβολισμού. Στον αναβολισμό, το νερό αποσπάται από τα μόρια (μέσω χημικών αντιδράσεων που απαιτούν την παρουσία ενζύμων) με σκοπό να οικοδομηθούν μεγαλύτερα μόρια, όπως το άμυλο, το γλυκογόνο, η κυτταρίνη, τα τριγλυκερίδια και οι πρωτεΐνες, με σκοπό να κατασκευαστούν δομικά υλικά ή και να αποθηκευθούν βιολογικά καύσιμα ή και πληροφορίες. Ο καταβολισμός είναι ο αντίστροφος βιολογικός μηχανισμός κατά τον οποίο μεγαλύτερα μόρια υδρολύονται σε μικρότερα, όπως γλυκόζη, γλυκερίνη, λιπαρά οξέα και αμινοξέα, για να χρησιμοποιηθούν ως πρώτη ύλη για νέο αναβολισμό ή και την παραγωγή ενέργειας για τις ανάγκες του οργανισμού. Χωρίς το νερό καμία από τις δύο αυτές μεταβολικές διεργασίες δεν θα μπορούσε να υπάρχει (με τα παρόντα δεδομένα, τουλάχιστον).
Το νερό είναι θεμελιώδες για τη φωτοσύνθεση και την κυτταρική αναπνοή. Τα φωτοσυνθετικά κύτταρα χρησιμοποιούν την ηλιακή ενέργεια για να διαχωρίσουν το υδρογόνο του νερού από το οξυγόνο. Το υδρογόνο στη συνέχεια συνδυάζεται με το διοξείδιο του άνθρακα (που απορροφάται από τον ατμοσφαιρικό αέρα ή το νερό), για να συντεθεί γλυκόζη και να ελευθερωθεί και άλλο οξυγόνο. Από την άλλη, όλα τα ζωντανά κύτταρα μπορούν να χρησιμοποιήσουν τέτοια βιολογικά καύσιμα (όπως η γλυκόζη), για να οξειδώσει το υδρογόνο τους σε νερό και τον άνθρακά τους σε διοξείδιο του άνθρακα, και να αξιοποιήσουν έτσι έμμεσα την ηλιακή ενέργεια που είχε αποθηκευθεί σ' αυτά κατά τη φωτοσύνθεση. Το φαινόμενο του καταβολισμού βιολογικών καυσίμων στα κύτταρα για την παραγωγή ενέργειας ονομάζεται κυτταρική αναπνοή.
Το νερό είναι επίσης κεντρικό συστατικό για τη διατήρηση της οξεοβασικής ουδετερότητας και άρα τη
wiktionary logo Το Βικιλεξικό έχει σχετικό λήμμα:
γλουτένη
wiktionary logo Το Βικιλεξικό έχει σχετικό λήμμα:
αλευρόκολλα
Χημική σύσταση
Η γλοιαδίνη είναι διαλυτή σε 70% αλκοόλη και η γλουτελίνη είναι διαλυτή σε αραιά οξέα ή αλκάλια. Το σύνολο αυτών στο νερό δίδει μια κολλοειδή ουσία στο σώμα της γλουτένης.
Η γλουτένη στην αρτοποιία
Στη γλουτένη οφείλεται το «φούσκωμα» του ζυμαριού του ψωμιού. Δημητριακά με υψηλή περιεκτικότητα σε γλουτένη είναι το σιτάρι, το ντίνκελ, το μονόκοκκο, το σκληρό σιτάρι και η σίκαλη. Βρώμη και κριθάρι έχουν μια χαμηλή αναλογία γλουτένης. Δημητριακά όπως τεφ, κεχρί, καλαμπόκι, ρύζι καθώς και ψευδο-δημητριακά όπως κινόα, αμάρανθος και το φαγόπυρο είναι χωρίς γλουτένη.
Λόγω της κολλοειδούς δομής της δημιουργεί συσσωματώματα με τους κόκκους του αμύλου και σε πλήρη συμβολή με τη μαγιά (ζυμομύκητες του γένους Saccharomyces) δημιουργούν μικρούς θύλακες αέρα (διοξειδίου του άνθρακα) που δημιουργούν οι ζύμες με τον μεταβολισμό τους.
Διατροφικά προβλήματα
Η γλουτένη μπορεί να δίνει μεγάλο πλεονέκτημα στην αρτοποιία αλλά σε μια ομάδα ανθρώπων δημιουργεί δυσανεξία που ονομάζεται κοιλιοκάκη και στομαχο-εντερικά προβλήματα.
Οι μεγαλύτερες εκδηλώσεις είναι η στρατιωτική παρέλαση στην Αθήνα την 25η Μαρτίου και στη Θεσσαλονίκη αντίστοιχα, ενώ την προηγούμενη, στις 24 Μαρτίου, πραγματοποιείται μαθητική εορτή στα σχολεία της χώρας. Σε άλλους Δήμους, γίνονται παρελάσεις στρατιωτικών τμημάτων, μαθητών, συλλόγων κλπ. καθώς και δοξολογίες σε ναούς.
Ο εορτασμός σε αυτή την ημέρα καθιερώθηκε το 1838 με το Βασιλικό Διάταγμα 980 / 15(27)-3-1838 από την Κυβέρνηση του Όθωνα.
Ιστορικό
Η 25η Μαρτίου, ημέρα του Ευαγγελισμού, είχε οριστεί ως ημέρα έναρξης της Ελληνικής Επανάστασης, κατά του Τουρκικού ζυγού, από τον αρχηγό της Φιλικής Εταιρείας Αλέξανδρο Υψηλάντη[1][2][3] «ως ευαγγελιζομένη την πολιτικήν λύτρωσιν του ελληνικού έθνους».[4] Η ημερομηνία αυτή θεωρήθηκε ως σημείο αναφοράς από τις πρώτες ήδη ημέρες της Επανάστασης, και μάλιστα ως έναρξη ειδικής χρονολόγησης, ακόμα και σε περιοχές που είχαν επαναστατήσει νωρίτερα.[5] Τουλάχιστον από το 1823 εθεωρείτο στην Πελοπόννησο ως ημέρα έναρξης της επανάστασης.[6]
Το 1822, η προσωρινή κυβέρνηση που είχε έδρα την Κόρινθο, αποφάσισε να εορταστεί η επέτειος της Επανάστασης μαζί με το Πάσχα (2 Απριλίου, παλ. ημ.). Ο εορτασμός έγινε στην Κόρινθο με στρατιωτική πομπή, πανηγυρική δοξολογία και κανονιοβολισμούς, όπως περιγράφει ο Γερμανός εθελοντής Striebeck που την παρακολούθησε.[7]
Κατά τον συγγραφέα Δ. Φωτιάδη και άλλους, ως εθνική γιορτή πριν το 1838 θεωρούνταν η 1η Ιανουαρίου[8][9], ημερομηνία κατά την οποία ψηφίστηκε από την 1η Εθνοσυνέλευση της Πιάδας (Νεας Επιδαύρου) το 1ο Ελληνικό «Σύνταγμα», ήτοι «Προσωρινό Πολίτευμα»[10]. Πιστεύεται λοιπόν πως με την αλλαγή της ημερομηνίας «η εθνική γιορτή έχανε τον πολιτικό και επαναστατικό χαρακτήρα και έπαιρνε θρησκευτική απόχρωση» με ό,τι συνεπαγόταν κάτι τέτοιο για τις διεκδικήσεις περί δημοκρατικότητας και συντάγματος[11] Η ιστορικός Χρ. Κουλούρη που ερεύνησε τους εορτασμούς τύπου εθνικής εορτής από το 1834 και μετά, δεν περιλαμβάνει σ' αυτές την 1η Ιανουαρίου αλλά έξι ημερομηνίες σχετιζόμενες με τη βασιλική οικογένεια. Κυριότερη εορτή πριν την καθιέρωση της 25 Μαρτίου ήταν η 25 Ιανουαρίου, επέτειος την αποβίβαση του Όθωνα στο Ναύπλιο (1833).[12]
Ο αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας που οργάνωσε την Επανάσταση, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, άρχισε τις επιχειρήσεις και την έναρξή της στο Ιάσιο την 24 Φεβρουαρίου 1821. Εν τούτοις, τα εκεί συμβάντα χαρακτηρίστηκαν από την κοινή συνείδηση και καθιερώθηκαν από την ιστορία ως κάτι μεμονωμένο, κάτι σαν πρόλογος της Επανάστασης. Η πλήρης αποτυχία του κινήματος σε μια μη ελληνική χώρα, ίσως και η απογοήτευση των Ελλήνων για την πλάνη περί της υποστήριξης από τη Ρωσία που είχε διαδώσει η Φ. Εταιρεία, υπήρξαν τα κύρια αίτια του διαχωρισμού των συμβάντων της Μολδοβλαχίας από τα επαναστατικά γεγονότα της Ελλάδας. Η Πολιτεία, επικύρωσε το επικρατούν εθνικό συναίσθημα καθιερώνοντας ως ημέρα εθνικού εορτασμού της Επανάστασης την 25η Μαρτίου.[13]
Κατά ορισμένες απόψεις, ως ημερομηνία έναρξης της Επανάστασης θεωρείται και η 24 Φεβρουαρίου, οπότε άρχισε η επανάσταση Ελλήνων στη Βλαχία με την προκήρυξη του Αλέξανδρου Υψηλάντη Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος[14]. Έκτοτε και με άλλες επαναστατικές πράξεις που έλαβαν χώρα πολύ πριν την 25η Μαρτίου απλώνεται η επανάσταση στον ελλαδικό χώρο, έως ότου καταλήγει στην επικράτεια της Πελοποννήσου.
Στην Ελλάδα είχαν αρχίσει εχθροπραξίες πριν την 25 Μαρτίου, όπως μαρτυρείται και από τις ειδήσεις που διασώθηκαν στην «Αλληλογραφία του εν Πάτραις Ολλανδικού Προξενείου: 1821», δεδομένου ότι η ολλανδική κυβέρνηση δια του προξένου της στην Πάτρα ενημερώθηκε κατά την 23η Μαρτίου, ότι «από τινος χρόνου σοβούσα επικίνδυνος κατάστασις εξέσπασε και ότι οι Έλληνες ανέλαβον τα όπλα κατά του δυνάστου»[15].
Η επίσημη διακήρυξη των επαναστατών προς τις ξένες κυβερνήσεις έγινε με προκήρυξη της «Μεσσηνιακής Γερουσίας» την 25 Μαρτίου 1821.[16][17] Η 25/3 λογίζεται ως αρχή της Επανάστασης σε δικαστικό έγγραφο της Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδος του 1823, όπου το «Επαρχικόν Κριτήριον Τριπολιτζάς» (είδος δικαστικού οργάνου) αναφέρει ότι «η αποστασία ηκολούθησε εις τας 25 Μαρτίου».[18]
Καθιέρωση
Πρώτος ο Παναγιώτης Σούτσος πρότεινε το 1834 την καθιέρωση εορτασμού της Ελληνικής Επανάστασης την 25η Μαρτίου, αναφέροντας ότι ήταν η μέρα γενίκευσης της επανάστασης στην Πελοπόννησο και αναγέννησης της Ελλάδας, σε υπόμνημα το οποίο ο Ιωάννης Κωλέττης υπέβαλε στον Όθωνα ως πρόταση σχεδίου νόμου.[19] Ο ίδιος είχε γράψει ποίημα με τον τίτλο "Η 25 Μαρτίου ή τα γενέθλια της Ελλάδος", το οποίο υπάρχει σε συλλογή που εκδόθηκε το 1835.[20] Το έγγραφο του Κωλέττη, τότε Υπ. Εσωτερικών, έχει ημερομηνία 22 Ιαν./2 Φεβρ. 1835 και προτείνει στον Βασιλέα τη θέσπιση εορτασμών με πανελλήνιους αγώνες παρόμοιους με αυτούς της αρχαίας Ελλάδας. Η εισήγησή του είναι σε γαλλική γλώσσα με γερμανική περίληψη. Αναφέρει ότι ο «περίφημος Γερμανός» (celebre Germanos) κήρυξε την Επανάσταση στις 17 Μαρτίου 1821 στην Αγία Λαύρα, και ότι η επανάσταση γενικεύτηκε στην Πελοπόννησο την 25 Μαρτίου την οποία και θεωρεί ως εναρκτήρια ημερομηνία μιας νέας εποχής για την Ελλάδα. Λέει μάλιστα ότι υπήρχε προφητεία των μοναχών του Μεγάλου Σπηλαίου ότι σ' αυτή την ημερομηνία θα συνέβαινε αναγέννηση της Ελλάδος, και ότι οι Οθωμανοί της Πελοποννήσου το γνώριζαν και κάθε χρόνο αυτή την ημερομηνία έπαιρναν έκτακτα μέτρα ασφαλείας (Διαμαντής, σ. 314). Οι εορτασμοί που πρότεινε ο Κωλέττης περιλάμβαναν διαγωνισμούς στις τέχνες και τα γράμματα και σε διάφορα αγωνίσματα. Θα γίνονταν στην Τρίπολη, την Αθήνα, την Ύδρα και το Μεσολόγγι, εκ περιτροπής μέσα σε μία τετραετία, όπως στην αρχαιότητα οι Ολυμπιακοί, οι Πυθικοί κτλ.[21]
Μετάλλιο του 1836. Επιγραφή: «ΘΕΟΣ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΜΟΥ ΚΑΙ ΥΨΩΣΩ ΑΥΤΟΝ - ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ 25 ΜΑΡΤΙΟΥ 1821». Χάλκινο, διάμετρος 4 cm.
Το 1836 τιμήθηκε η 25η Μαρτίου σε συνδυασμό με τα Καλάβρυτα και τον Π. Πατρών Γερμανό με χάλκινο μετάλλιο που κόπηκε με την ευκαιρία του γάμου του βασιλιά Όθωνα και της Αμαλίας. Σ' αυτό εικονίζεται η θρυλική σκηνή, με τον Γερμανό να κρατά υψωμένη σημαία και σταυρό και δύο ένοπλους αγωνιστές σε κίνηση ορκωμοσίας ή χαιρετισμού. Φέρει την επιγραφή «ΘΕΟΣ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΜΟΥ ΚΑΙ ΥΨΩΣΩ ΑΥΤΟΝ - ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ 25 ΜΑΡΤ. 1821» (το απόφθεγμα είναι από την Έξοδο, ιε', 2). Η άλλη όψη του μεταλλίου εικονίζει τον Γερμανό.[22][23]
Ο εορτασμός «εἰς τὸ διηνεκὲς» της Επανάστασης την 25η Μαρτίου καθιερώθηκε το 1838 με το Βασιλικό Διάταγμα 980 / 15(27)-3-1838 [24][25] της Κυβέρνησης Όθωνος και συγκεκριμένα του Γεώργιου Γλαράκη, γραμματέα της Επικρατείας (υπουργού) επί των Εκκλησιαστικών, Δημοσίας Εκπαιδεύσεως και Εσωτερικών. Ο Γλαράκης ήταν ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους του ρωσικού κόμματος, των Ναπαίων, που εκείνη την περίοδο απολάμβανε την εύνοια του Όθωνα. Ο Όθωνας προσπαθούσε να ενισχύσει τη δημοτικότητά του προσεταιριζόμενος την απήχηση των εκφραστών της Ορθοδοξίας, και ενδεχομένως σε αυτό να οφείλεται η θρησκευτική χροιά του διατάγματος και η καθιέρωση της εορτής.[26] Ωστόσο, κατά τον πρώτο εορτασμό της επετείου, το 1838, από τους ξένους πρέσβεις και προσωπικό πρεσβειών απουσίασαν από την εορτή μόνο αυτοί της Ρωσίας και της Αυστρίας με τους υπαλλήλους τους.[27]
Ο πρώτος εορτασμός στην Αθήνα όπου συμμετείχαν ο Βασιλιάς Όθων και η Βασίλισσα Αμαλία, πολιτικές και στρατιωτικές αρχές και πλήθος λαού, έγινε στον Ναό της Αγίας Ειρήνης.[25][28] Ο Μητροπολιτικός Ναός των Αθηνών θεμελιώθηκε την 25 Δεκ. 1842 και αφιερώθηκε στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου για να τιμηθεί η 25 Μαρτίου 1821.[29][30]
Το 1839, ο Αμβρόσιος Φραντζής αναφέρει ότι η 25η Μαρτίου ήταν ημέρα «ρητή και εμφυτευμένη εις τας καρδίας των Πελοποννησίων κτλ. ως ημέρα ενάρξεως της Ελληνικής επαναστάσεως»,.[31]
Μετέπειτα
Μετά την επίσημη καθιέρωση του εορτασμού, και ιδίως το 1841, έγινε προσπάθεια οικειοποίησης της επετείου από την αντιπολιτευόμενη αντι-οθωνική μερίδα, με ιδιωτικούς εορτασμούς στους οποίους προβαλλόταν ιδιαίτερα η μορφή του Κοραή.[32] Η εορτή συνέχισε να είναι αντικείμενο κομματικών και τοπικιστικών αντιπαραθέσεων: ιδιαίτερες αντιδράσεις προκάλεσε το 1846 και 1847 η απόφαση του πρωθυπουργού Κωλέττη για την πραγματοποίηση επίσημης τελετής στον τάφο του ρουμελιώτη οπλαρχηγού Γεώργιου Καραϊσκάκη στο Φάληρο, καθώς θεωρήθηκε ότι οδηγούσε σε ταύτιση της Επανάστασης με ένα πρόσωπο.[33]
Παρελάσεις
Έως το 1875 ο στρατός βρισκόταν παρατεταγμένος κατά μήκος της διαδρομής της βασιλικής πομπής από τα ανάκτορα προς την εκκλησία και αντίστροφα. Το 1875 πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά παρέλαση του στρατού μπροστά από τα ανάκτορα, πρακτική τρέχουσα από τα μέσα του αιώνα σε δημόσιες γιορτές στη Γαλλία και τα γερμανικά κράτη. Την επόμενη χρονιά, αν και δεν πραγματοποιήθηκε στρατιωτική παρέλαση εξαιτίας βροχής, δίπλα στον στρατό παρατάχθηκε και μία πανεπιστημιακή φάλαγγα. Η πρωιμότερη αναφορά για μαθητική παρέλαση εντοπίζεται το 1899.[34] Τα σχολεία είχαν παραταχθεί και κατά τον εοαρτασμό της 25ης Μαρτίου του 1924, όταν ανακηρύχθηκε η Δημοκρατία. Τα επόμενα χρόνια την παρέλαση του στρατού πλαισίωναν και πρόσκοποι και μαθητές στρατιωτικών σχολών. Το 1932 τα σχολεία της Αθήνας παρήλασαν μπροστά από επισήμους στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη μαζί με τους προσκόπους, τη «φρουρά της πόλης» και τις «εθνικιστικές οργανώσεις». Από το 1936 η μαθητική παρέλαση, που έγινε μπροστά από τον βασιλιά Γεώργιο και τον πρωθυπουργό Μεταξά, έλαβε επίσημο χαρακτήρα. Την περίοδο της δικτατορίας του Μεταξά οι παρελάσεις μαθητών και φαλαγγιτών (μελών της ΕΟΝ) προσέλαβαν μεγάλη σημασία και συνδέθηκαν με τη στρατιωτική παρέλαση. Η πρακτική των μαθητικών παρελάσεων εξακολούθησε κατά την εμφυλιοπολεμική περίοδο και έπειτα έως και μετά τη μεταπολίτευση.[35] Σε διάφορες επαρχιακές πόλεις συμμετέχουν και τοπικές ανώτερες και ανώτατες σχολές, όπως π.χ. στην Κέρκυρα[36][37] και την Πάτρα[38]. Παλαιότερα (μέχρι δεκαετία 1980) συμμετείχαν τα πανεπιστήμια και στην παρέλαση της Αθήνας.
Παρέλαση μαθητών στις 24 Μαρτίου στην Αθήνα
Παρέλαση μαθητών στις 24 Μαρτίου στην Αθήνα
Παρέλαση μαθητριών στις 24 Μαρτίου στην Αθήνα
Παρέλαση μαθητριών στις 24 Μαρτίου στην Αθήνα
Στρατιωτική παρέλαση για την 25η Μαρτίου στην Αθήνα
Στρατιωτική παρέλαση για την 25η Μαρτίου στην Αθήνα
Στρατιωτική παρέλαση στη Νάουσα 15 Απριλίου, προς τιμή των αγώνων κατά την περίοδο της επανάστασης του 1822.
Στρατιωτική παρέλαση στη Νάουσα 15 Απριλίου, προς τιμή των αγώνων κατά την περίοδο της επανάστασης του 1822.
Εορτασμός στα σχολεία
Στα ελληνικά σχολεία, όλων των βαθμίδων, είθισται να γίνεται μια γιορτή την τελευταία εργάσιμη ημέρα πριν την 25η Μαρτίου η οποία περιλαμβάνει χορούς, δρώμενα και ιστορικό υλικό. Αυτές οι γιορτές μεσοσταθμικά διαρκούν γύρω στις 2 ώρες και την ημέρα δεν διεξάγονται μαθήματα.[39] Μετά γίνεται η κατάθεση στεφάνου από αντιπροσωπεία μαθητών.
Συνήθως οι προετοιμασίες για τις σχολικές εορτές, αλλά και για τις παρελάσεις των μαθητών ξεκινούν μια με δύο εβδομάδες πριν, ενώ οι πρόβες των παρελάσεων συνοδεύονται από την παρουσία τυμπάνων που παίζουν μαθητές. Σύμφωνα με υπουργική απόφαση του 2019, η παρακολούθηση των προβών κρίνεται υποχρεωτική για τους μαθητές και γίνονται υπό την επίβλεψη του καθηγητή γυμναστικής.[40]
Πρόβα για τη μαθητική παρέλαση του Οκτωβρίου στο Άργος. Το ίδιο πράγμα επαναλαμβάνεται και στον Μάρτιο. Οι μαθητές κάνουν πρόβα συνήθως μια με δύο εβδομάδες πριν την παρέλαση.
Πρόβα για τη μαθητική παρέλαση του Οκτωβρίου στο Άργος. Το ίδιο πράγμα επαναλαμβάνεται και στον Μάρτιο. Οι μαθητές κάνουν πρόβα συνήθως μια με δύο εβδομάδες πριν την παρέλαση.
Στα σχολεία γίνονται εορτές την τελευταία εργάσιμη ημέρα πριν τις 24 Μαρτίου. Διαβάζονται συνήθως ποιήματα και αναγγέλλονται τραγούδια. Συνήθως δε υπάρχουν παιδιά για την παρουσίαση του προγράμματος.
Στα σχολεία γίνονται εορτές την τελευταία εργάσιμη ημέρα πριν τις 24 Μαρτίου. Διαβάζονται συνήθως ποιήματα και αναγγέλλονται τραγούδια. Συνήθως δε υπάρχουν παιδιά για την παρουσίαση του προγράμματος.
Συχνά οι εορτές για την 25η Μαρτίου συνδυάζονται με δρώμενα, όπως π.χ. χοροί με τραγούδια σχετικά με το θέμα.
Συχνά οι εορτές για την 25η Μαρτίου συνδυάζονται με δρώμενα, όπως π.χ. χοροί με τραγούδια σχετικά με το θέμα.
Ιστορία
Ναός της Ήρας στο Μεταπόντιο
Προϊστορία
Το Μεταπόντιο είναι πανάρχαια Αχαική αποικία, οι παραδόσεις μεταφέρουν την ίδρυση του σε προϊστορικές εποχές.[2] Ο Στράβων και ο Γάϊος Ιούλιος Σόλινος πιστώνουν την ίδρυση του σε ένα σώμα Πυλίων που ακολούθησαν τον Νέστωρα στην Τροία. Ο ιστορικός Ιουστίνος αντίθετα λέει ότι το Μεταπόντιο ίδρυσε ο Επειός ο Φωκεύς, οι κάτοικοι δείχνουν έναν ναό της Μινέρβας και τα εργαλεία τα οποία είχε χρησιμοποιήσει ο ήρωας για να κατασκευαστεί ο Δούρειος Ίππος.[3] Ο Έφορος αναφέρει μια παράδοση με την οποία το Μετεπόντιο ίδρυσαν Φωκείς, αρχηγός τους ήταν ο Δαύλιος, τύραννος της Κρίσας κοντά στους Δελφούς. Ο Αντίοχος ο Συρακούσιος χρεώνει τέλος την ίδρυση του στον ομώνυμο ήρωα Μέταμπων σύζυγο της Μελανίππης και πατέρα του Αίολου και του Βοιωτού.[4]
Αρχαιότητα
Το Μεταπόντιο ιδρύθηκε τον 7ο π.Χ. αι. πενήντα περίπου χλμ. νοτιοδυτικά του Τάραντα στην πεδιάδα που περικλείεται από τους ποταμούς Μπασέντο και Μπρατάνο, οι οποίοι λειτουργούσαν σαν λιμάνια του προς την Τυρρηνική θάλασσα[5]. Η πόλη γνώρισε μεγάλη ακμή χάρη στο κομβικό εμπορικό σημείο της και στη γεωργία που αποκαλύπτεται στα πολλά νομίσματα που βρέθηκαν, μερικά από τα οποία φέρουν σαν έμβλημα το στάχυ.
Ο Στράβων, βασιζόμενος στον ιστορικό Έφορο, αναφέρει σαν οικιστή του Μεταπόντιου δύο εκδοχές. Τον τύραννο της Κρίσσας Δαύλιο και τον Λεύκιππο από την Σύβαρη[6]. Σκοπός της ίδρυσης της αποικίας από τους Συβαρίτες ήταν να αναχαιτίσουν την επέκταση των Ταραντινών στην περιοχή τους[7]. Ανήκε στην Μεγάλη Ελλάδα και βρισκόταν σε σύρραξη με τις Ιταλικές πόλεις. Στα τέλη του 6ου αι. π.Χ. φιλοξένησε τον Πυθαγόρα και έγινε το κέντρο συνάντησης των Πυθαγορείων μετά την εκδίωξή τους από τον Κρότωνα. Τον 4ο αι. π.Χ. αντιτάχτηκε στην επεκτατική πολιτική των Συρακουσών και του Διονυσίου κάνοντας συμμαχία με τις άλλες Ιωνικές πόλεις της Ιταλίας.
Μυθολογία
Σύμφωνα με έναν μύθο στο Μεταπόντιο γεννήθηκαν οι δίδυμοι γίοι του Ποσειδώνα και της Άρνης, Αίολος και Βοιωτός. Εκεί αναγκάστηκε να τους γεννήσει η Άρνη όταν ο πατέρας της ανακάλυψε ότι ήταν έγκυος.
Αρχαιολογικοί χώροι και ευρήματα
Τα σημαντικότερα αρχαιολογικά μνημεία που σώζονται είναι ο δωρικός Ναός των Παλατινών Πινακίδων του τέλους του 6ου π.Χ. αι., τα λείψανα ναού αφιερωμένου στον Λύκειο Απόλλωνα και η νεκρόπολις στην οποία ανασκάφτηκαν πολλά και σημαντικά ευρήματα[1].
Το νόμισμα του Μεταποντίου
Το Μεταπόντιο είχε κόψει νόμισμα και πολλά αρχαία κέρματα έχουν διασωθεί.[8]
Ο αργυρός Ιταλικός στατήρας του 5ου-4ου αι. π.Χ. απεικονίζει και στις δυο όψεις ένα στάχυ. Η μπροστινή όψη φέρει την επιγραφή "ΜΕΤΑ". Το κέρμα έχει διάμετρο 24 mm και ζυγίζει 7,75 γραμ.[8]
Ο αργυρός Ιταλικός διόβολος του 4ου αι. π.Χ. απεικονίζει έναν έφηβο, ίσως τον Λίβυο Διόνυσο που φοράει κέρατα τράγου. Η πίσω όψη απεικονίζει στάχυ. Το κέρμα έχει διάμετρο 22 mm και ζυγίζει 7,35 γραμ..[8]
Ο αργυρός Ιταλικός στατήρας του 4ου αι. π.Χ. απεικονίζει την προτομή του Λεύκιππου με κορινθιακό κράνος. Πίσω του κάθεται ένας σκύλος. Η πίσω όψη φέρει την επιγραφή "ΜΕΤΑ" και απεικονίζει στάχυ με φύλο και από πάνω ένα περιστέρι που φτερουγίζει. Κάτω από το περιστέρι είναι τα γράμματα "ΑΜ". Το κέρμα έχει διάμετρο 21 mm και ζυγίζει 7,73 γραμ.
Νόμισμα του Μεταποντίου, περ. 425-350 π.Χ.
Στατήρας του Μεταποντίου. 5ος-4ος αι. π.Χ.
Διόβολος του Μεταποντίου. 4ος αι. π.Χ.
Στατήρας του Μεταποντίου. 4ος αι. π.Χ.
Ο όρος περιέχει όλα τα χαρακτηριστικά και τις σχέσεις που αναπτύσσει ένας οργανισμός στο οικοσύστημα του, όπως τις αναπαραγωγικές του διεργασίες, τις τροφικές σχέσεις ή τις αλληλεπιδράσεις του με ένα βιότοπο. Ένας πληθυσμός μπορεί να έχει στενή ή ευρεία οικοθέση, ανάλογα με τις περιβαλλοντικές παραμέτρους.
Παραγωγή
Από την κοσμική ακτινοβολία
Το τρίτιο υπάρχει στη φύση χάρη στην κοσμική ακτινοβολία, η οποία αλληλεπιδρά με τα ατμοσφαιρικά αέρια. Η πιο σημαντική από αυτές τις αντιδράσεις, για τη φυσική παραγωγή του τρίτιου, είναι ένα ταχύ νετρόνιο (το οποίο πρέπει να έχει ενέργεια μεγαλύτερη από 4,0 MeV[1]) που επιδρά με ατμοσφαιρικό άζωτο:
7
14
N
+
n
→
6
12
C
+
1
3
T
{\displaystyle \mathrm {^{14}_{\;7}N+n{\xrightarrow {}_{\;6}^{12}C+_{1}^{3}T} }
Η παγκόσμια ισορροπία παραγωγής - διάσπασης τρίτιου είναι ακριβώς σταθερή, εξαιτίας ενός σταθερού ρυθμού παραγωγής και διάσπασης.
Ιστορικό τεχνητής παραγωγής
Σύμφωνα με την αναφορά του Ιδρύματος για την Ενέργεια και την Έρευνα Περιβάλλοντος (Institute for Energy and Environmental Research) του 1996 για το Υπουργείο Ενέργειας των ΗΠΑ (U.S. Department of Energy), μόνο 225 kg τρίτιου παράχθηκαν στις ΗΠΑ από το 1955. Κατά το διάστημα που αναφέρθηκε, οι σταθερές διασπάσεις τρίτιου σε ήλιο-3 ανήλθαν σε μια συνολική ποσότητα περίπου 75 kg[2].
Το τρίτιο που χρησιμοποιήθηκε για αμερικανικά πυρηνικά όπλα παράχθηκε σε ειδικούς πυρηνικούς αντιδραστήρες βαρέως ύδατος στο Savannah River Site, μέχρι που έκλεισε το 1988. Με τη Συμφωνία START, μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, οι υπάρχουσες ποσότητες ήταν αρκετές για την παραγωγή ενός μικρότερου αριθμού νέων πυρηνικών όπλων, για κάποιο χρονικό διάστημα.
Η παραγωγή του τρίτιου επαναλήφθηκε με τη διέγερση των ράβδων ελέγχου λιθίου (που αντικατέστησαν τους αντίστοιχους συνήθως χρησιμοποιούμενων ράβδων βόριου, κάδμιου και άφνιου), στους εμπορικής χρήσης πυρηνικούς αντιδραστήρες Watts Bar Nuclear Generating Station, κατά τη χρονική περίοδο 2003-2005, που ακολουθήθηκε από την εξαγωγή τρίτιου από ράβδους ελέγχου στη νέα (τότε) Tritium Extraction Facility[3], στο Savannah River Site, αρχίζοντας από το Νοέμβριο του 2006[4]. Η διαρροή τρίτιου από τις TPBARs κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του αντιδραστήρα περιορίζει την ποσότητα που μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε οποιοδήποτε αντιδραστήρα, χωρίς υπέρβαση των μέγιστων επιτρεπόμενων επιπέδων τρίτιου στο ψυκτικό μέσο[5].
Με πυρηνική σχάση
Το τρίτιο είναι ένα ασυνήθιστο προϊόν της πυρηνικής σχάσης του ουράνιου-235, του πλουτώνιου-239 και ουράνιου-233, με μια παραγωγή ανά περίπου 10.000 σχάσεις[6][7]. Αυτό σημαίνει ότι η έκλυση ή η ανάκτηση του τρίτιου πρέπει να θεωρηθεί μια διεργασία των πυρηνικών αντιδραστήρων, ιδιαίτερα στην επανεπεξεργασία των πυρηνικών καυσίμων και την αποθήκευση των αναλωμένων πυρηνικών καυσίμων. Η παραγωγή του τρίτιου, σ' αυτήν την περίπτωση δεν είναι το ζητούμενο, αλλά μάλλον ένα παραπροϊόν.
Από λίθιο
Το τρίτιο παράγεται σε πυρηνικούς αντιδραστήρες με ενεργοποίηση νετρονίου του λίθιου-6. Αυτό είναι δυνατό με νετρόνια οποιασδήποτε ενέργειας, και πρόκειται για εξώθερμη αντίδραση, που αποδίδει 4,8 MeV. Επιπλέον, η πυρηνική σύντηξη δευτέριου και τρίτιου αποδίδει 17,6 MeV ενέργειας. Η συνολική στοιχειομετρική εξίσωση της πυρηνικής αντίδρασης είναι η ακόλουθη:
3
6
L
i
+
n
→
2
4
H
e
(
2
,
05
M
e
V
)
+
1
3
T
(
2
,
75
M
e
V
)
{\displaystyle \mathrm {^{6}_{3}Li+n{\xrightarrow {}_{2}^{4}He\;(2,05\;MeV)\;+_{1}^{3}T\;(2,75\;MeV)} }
Τα υψηλής ενέργειας νετρόνια μπορούν επίσης να παραγάγουν τρίτιο από λίθιο-7 με μια ενδοθερμική αντίδραση, που καταναλώνει 2,466 MeV. Αυτή η αντίδραση ανακαλύφθηκε ότον το 1954 το πυρηνικό πείραμα του Καστλ Μπράβο (Castle Bravo nuclear test) παρήγαγε απρόσμενη μεγάλη απόδοση[2]. Η συνολική στοιχειομετρική εξίσωση της πυρηνικής αντίδρασης είναι η ακόλουθη:
3
7
L
i
+
n
→
2
4
H
e
+
1
3
T
+
n
{\displaystyle \mathrm {^{7}_{3}Li+n{\xrightarrow {}_{2}^{4}He+_{1}^{3}T+n} }
Ωστόσο, οι αντιδράσεις που απαιτούν υψηλής ενέργειας νετρόνια δεν είναι ελκυστικές παραγωγικές μέθοδοι.
Από βόριο
Τα υψηλής ενέργειας νετρόνια μπορούν επίσης να διεγείρουν το βόριο-10, που περιστασιακά παράγει τρίτιο[8]. Η συνολική στοιχειομετρική εξίσωση της πυρηνικής αντίδρασης είναι η ακόλουθη:
5
10
B
+
n
→
2
2
4
H
e
+
1
3
T
{\displaystyle \mathrm {^{10}_{\;5}B+n{\xrightarrow {}2_{2}^{4}He+_{1}^{3}T} }
Ένα πιο συνηθισμένο αποτέλεσμα της σύλληψης νετρονίου από βόριο-10 είναι το λίθιο-7 και ένα (1) σωματίδιο άλφα[9]. Η συνολική στοιχειομετρική εξίσωση της πυρηνικής αντίδρασης είναι η ακόλουθη:
5
10
B
+
n
→
3
7
L
i
+
2
4
H
e
{\displaystyle \mathrm {^{10}_{\;5}B+n{\xrightarrow {}_{3}^{7}Li+_{2}^{4}He} }
Από δευτέριο
Το τρίτιο παράγεται επίσης σε πυρηνικούς αντιδραστήρες με βαρύ ύδωρ ως επιβραδυντικό νετρονίων, όποτε ένας πυρήνας δευτερίου συλλαμβάνει ένα νετρόνιο. Αυτή αντίδραση έχει μια πολύ μικρή διατομή απορρόφησης, κάνοντας το βαρύ ύδωρ ένα καλό επιβραδυντικό νετρονίων, και σχετικά λίγο τρίτιο παράγεται. Ακόμη κι έτσι, καθαρίζοντας το τρίτιο από τον επιβραδυντή μπορεί να είναι επιθυμητό μετά από αρκετά χρόνια λειτουργίας, για να αποφευχθεί ο κίνδυνος να διαφύγει στο περιβάλλον. Στον πυρηνικό σταθμό του Οντάριο, η «μονάδα απομάκυνσης τρίτιου» επεξεργάζεται 2.500 τόννους βαρέως ύδατος ανά έτος, διαχωρίζοντας έτσι 2,5 χιλιόγραμμα τρίτιου, καθιστώντας το έτσι διαθέσιμο για άλλες χρήσης[10]:
1
2
D
+
n
→
3
1
T
{\displaystyle \mathrm {^{2}_{1}D+n{\xrightarrow {}_{3}^{1}T} }
Η διατομή απορρόφησης του δευτερίου για θερμικά νετρόνια είναι περίπου 0,52 millibarns, ενώ του οξυγόνου-16 είναι περίπου 0,19 millibarns και του οξυγόνου-17 περίπου 240 millibarns. Το οξυγόνο-17 αποτελεί περίπου το 0,038% του φυσικού οξυγόνου, οπότε το οξυγόνο έχει μια ολική διατομή απορρόφησσης πρίπου 0,28 millibarns. Γι' αυτό, αν το βαρύ ύδωρ περιέχει φυσικό οξυγόνο (δηλαδή με φυσική ισοτοπική αναλογία), οι πυρήνες οξυγόνου συλλαμβάνουν το 21% των νετρονίων που συλλαμβάνονται συνολικά από τα μόρια βαρέως ύδατος, μια ιδιότητα που μπορεί να αυξήσει επιπλέον την ισοτοπική αναλογία οξυγόνου-17, γιατί ένας πυρήνας οξυγόνου-16 που συλλαμβάνει ένα νετρόνιο μετατρέπεται σε έναν πυρήνα οξυγόνου-17. Το οξυγόνο-17, με τη σειρά του, μπορεί να διασπαστεί σχηματίζοντας ραδιενεργό άνθρακα-14, ένα επικίνδυνο παραπροϊόν:
8
16
O
+
n
→
8
17
O
{\displaystyle \mathrm {^{16}_{\;8}O+n{\xrightarrow {}_{\;8}^{17}O} }
8
17
O
+
n
→
6
14
C
+
2
4
H
e
{\displaystyle \mathrm {^{17}_{\;8}O+n{\xrightarrow {}_{\;6}^{14}C+_{2}^{4}He} }
Από οξυγόνο-17
Το οξυγόνο-17 επίσης διασπάται, όταν βομβαρδίζεται από σωματίδια α, που προέρχονται από τη ραδιενεργό διάσπαση του ουρανίου, παράγοντας άνθρακα-14 και τρίτιο:
8
17
O
+
2
4
H
e
→
6
14
C
+
1
3
T
{\displaystyle \mathrm {^{17}_{\;8}O+_{2}^{4}He{\xrightarrow {}_{\;6}^{14}C+_{1}^{3}T} }
Η συνολική ισορροπία του τρίτιου είναι ακριβώς σταθερή λόγω του σταθερού ρυθμού παραγωγής και απώλειας στο διαχωριστήρα.
Από ήλιο-3
Το ήλιο-3 είναι το προϊόν διάσπασης του τρίτιου, αλλά και το ίδιο έχει μια πολύ μεγάλη διατομή για αντίδραση με θερμικά νετρόνια, ξαναπαράγοντας τρίτιο, σε πυρηνικούς αντιδραστήρες[11]:
2
3
H
e
+
n
→
1
1
H
+
1
3
T
{\displaystyle \mathrm {^{3}_{2}He+n{\xrightarrow {}_{1}^{1}H+_{1}^{3}T} }
Διάσπαση
Παρόλο που το τρίτιο έχει αρκετές διαφορετικές πειραματικά καθορισμένες τιμές της ημιζωής του, το Εθνικό Ίδρυμα Προτύπων και Τεχνολογίας των ΗΠΑ κατατάσσει την τιμή της ημιζωής του ισοτόπου στις 4.500±8 ημέρες (δηλαδή ακριβώς 12,32 έτη±8 ημέρες)[12]. Διασπάται σε ήλιο-3 με β- διάσπαση, που περιγράφεται στην ακόλουθη στοιχειομετρική πυρηνική εξίσωση:
1
3
T
→
2
3
H
e
+
e
−
+
v
¯
e
{\displaystyle \mathrm {^{3}_{1}T{\xrightarrow {}_{2}^{3}He+e^{-}+{\bar {v}_{e} }
Η αντίδραση αποδίδει 18,6 keV ενέργειας. Η κινητική ενέργεια του εκπεμπόμενου ηλεκτρονίου ποικίλλει με ένα μέσο όρο 5,7 keV, ενώ η υπόλοιπη ενέργεια μεταφέρεται από το σχεδόν μη ανιχνεύσιμο ηλεκτροαντινετρίνο. Τα σωματίδια β- από το τρίτιο διαπερνούν μόλις 6,0 χιλιοστόμετρα αέρα, και είναι ανίκανα να διαπεράσουν το στρώμα των νεκρών κυττάρων του ανθρώπινου δέρματος[13].
Η ασυνήθιστα μικρή ενέργεια που απελευθερώνει η β- διάσπαση του τρίτιου, κάνει αυτή τη διάσπαση (μαζί με αυτήν του ρήνιου-187) κατάλληλη για εργαστηριακές μετρήσεις της απόλυτης μάζας των νετρίνο.
Το τρίτιο είναι εν δυνάμει επικίνδυνο αν εισπνευτεί ή καταπωθεί. Μπορεί να συνδυαστεί οξυγόνο σχηματίζοντας μόρια τριτιούχου («υπερβαρέως») ύδατος, που μπορούν να απορροφηθούν από τους πόρους του δέρματος.
Η χαμηλή ενέργεια της ραδιενέργειας του τρίτιου κάνει δύσκολο να ανιχνευθούν χημικές ενώσεις επισημασμένες με τρίτιο, εκτός από τη χρήση απαρίθμησης υγρού σπινθηρισμού.
Βοτανική
Στη βοτανική και την κηπουρική, τα φυλλοβόλα φυτά, συμπεριλαμβανομένων των δέντρων, των θάμνων και των ποών, είναι αυτά που χάνουν όλα τα φύλλα τους για ένα μέρος του έτους.[2] Αυτή η διαδικασία ονομάζεται απόσυρση.[3] Σε ορισμένες περιπτώσεις, η απώλεια φύλλων συμπίπτει με τον χειμώνα - συγκεκριμένα στην εύκρατη ή στην αλπική ζώνη.[4] Σε άλλα μέρη της Γης, συμπεριλαμβανομένων των τροπικών, υποτροπικών και άνυδρων περιοχών, τα φυτά χάνουν τα φύλλα τους κατά την ξηρή εποχή ή άλλες εποχές, ανάλογα με τις διακυμάνσεις των υγρών κατακρημνίσεων.
Το αντίθετο του φυλλοβόλου είναι το αειθαλές, όπου το φύλλωμα απορρίπτεται με διαφορετικό χρονικό πρόγραμμα από τα φυλλοβόλα. Δείχνει, λοιπόν, να παραμένει πράσινο όλο το έτος, από τη στιγμή που δεν ρίχνονται όλα τα φύλλα στον ίδιο χρόνο.[5] Υπάρχουν και τα ημιφυλλοβόλα, τα οποία χάνουν το παλιό φύλλωμα καθώς αρχίζει η νέα ανάπτυξη.[6] Άλλα φυτά είναι ημιαειθαλή, που χάνουν τα φύλλα τους πριν από την επόμενη καλλιεργητική περίοδο, κρατώντας, ωστόσο, κάποια κατά τη διάρκεια των χειμερινών μηνών ή σε περιόδους ανομβρίας.[7]
Flowering branch of forsythia amid bare trees
Όπως και πολλά άλλα φυλλοβόλα φυτά, η Φορσύθια ανθίζει την εποχή των φυλλοβόλων.
Πληθώρα φυλλοβόλων φυτών ανθίζουν την περίοδο που δεν έχουν φύλλα, καθώς αυτό αυξάνει την αποτελεσματικότητα της επικονίασης. Η απουσία φύλλων βελτιώνει τη μετάδοση της γύρης από τον άνεμο για τα γονιμοποιημένα από τον ίδιο φυτά και αυξάνει την ορατότητα των λουλουδιών στα έντομα που τα επικονιάζουν. Αυτή η στρατηγική δεν είναι ακίνδυνη, αφού τα λουλούδια μπορεί να καταστραφούν από τον παγετό ή να οδηγηθεί το φυτό σε υδατική καταπόνηση.
Οι συνθήκες που προκαλούν την πτώση των φύλλων την άνοιξη μπορεί να διαφέρουν ανάλογα με το είδος ή τα γένη του φυτού. Τα περισσότερα ποώδη πολυετή φυτά και ορισμένα ξυλώδη φυτά καλούνται να βγάλουν τα φύλλα τους, λόγω της αύξησης της θερμοκρασίας του αέρα ή της αντίστοιχης του εδάφους, για παράδειγμα οι σημύδες και οι ιτιές θα προσπαθήσουν να ρίξουν τα λουλούδια ή τα φύλλα τους εάν υπάρχουν μερικές ημέρες όπου οι θερμοκρασία του αέρα περιβάλλοντος υπερβαίνει τους 10 °C (50 °F). Αυτή η στρατηγική είναι επικίνδυνη καθώς το ψύχος μπορεί να παγώσει την ανάπτυξη νέων τμημάτων του φυτού. Άλλα ξυλώδη φυτά, όπως οι δρύες, οι καρυδιές και οι αγριοκαρυδιές ρίχνουν τα φύλλα τους με βάση τον φωτοπεριοδισμό, κάτι που σημαίνει ότι περιμένουν μέχρι η διάρκεια της ημέρας να είναι αρκετά μεγάλη. Αυτά τείνουν να είναι φυτά που έχουν φύλλωμα μη ανθεκτικό στον παγετό, άρα το φυτό μπορεί να μείνει χωρίς το φύλλωμά του μέχρι τα τέλη της άνοιξης, όταν και ο κίνδυνος παγετού θα έχει περάσει σε μεγάλο βαθμό.
Η πτώση των φύλλων το φθινόπωρο βασίζεται στη φωτοπερίοδο και ποικίλλει ανά γένη και είδος. Οι καρυδιές τείνουν να ρίχνουν τα φύλλα τους νωρίς, ενώ ορισμένα δέντρα όπως ο νορβηγικό σφενδάμι και οι ιτιές παρουσιάζουν καθυστέρηση στην αποβολή των φύλλων, κυρίως τον Νοέμβρη.
Η πτώση των φύλλων περιλαμβάνει πολύπλοκες αλλαγές που επηρεάζουν τα φυτά. Η φωτοσύνθεση εμποδίζει την παροχή χλωροφύλλων στα φύλλα. Τα φυτά συνήθως αναπληρώνουν τις χλωροφύλλες τους κατά το καλοκαίρι. Όταν φτάνει το φθινόπωρο και οι ημέρες έχουν μικρότερη διάρκεια ή όταν τα φυτά υποφέρουν από ξηρασία,[8] τα φυλλοβόλα δέντρα μειώνουν την παραγωγή χρωστικής χλωροφύλλης, επιτρέποντας σε άλλες χρωστικές που εμπεριέχονται στο φύλλο να γίνονται εμφανέστερες, οπότε το φύλλωμα χάνει το πράσινό του χρώμα.
Τα πιο φωτεινά χρώματα των φύλλων παράγονται όταν οι μέρες λιγοστεύουν και οι νύχτες είναι δροσερές, αλλά παραμένουν πάνω από το μηδέν.[9] Αυτές οι άλλες χρωστικές περιλαμβάνουν καροτενοειδή που είναι κίτρινα, καφέ και πορτοκαλί. Οι χρωστικές της ανθοκυανίνης παράγουν κόκκινα και μοβ χρώματα, αν και απουσιάζουν κάποιες φορές στα φύλλα. Παράγονται στο φύλλωμα στα τέλη του θέρους, όταν τα σάκχαρα εγκλωβίζονται στα φύλλα μετά την έναρξη της διαδικασίας της πτώσης. Μέρη στη Γη που έχουν εντυπωσιακές εμφανίσεις φωτεινών χρωμάτων του φθινοπώρου περιορίζονται σε τοποθεσίες όπου οι μέρες γίνονται σύντομες και οι νύχτες είναι δροσερές. Σε άλλα μέρη στον κόσμο, τα φύλλα των φυλλοβόλων δέντρων απλώς πέφτουν χωρίς να μετατρέπονται τα φωτεινά χρώματα που παράγονται από τη συσσώρευση χρωστικών ουσιών ανθοκυανίνης.
Η πτώση των φύλλων ξεκινά με τον σχηματισμό ενός στρώματος αποκοπής μεταξύ του μίσχου του φύλλου και του βλαστού. Το στρώμα τούτο σχηματίζεται την άνοιξη κατά τη διάρκεια της ενεργού ανάπτυξης του νέου φύλλου και αποτελείται από στρώματα κυττάρων που μπορούν να διαχωριστούν το ένα από το άλλο. Τα κύτταρα είναι ευαίσθητα σε μια ορμόνη που καλείται αυξίνη, η οποία παράγεται από το φύλλο και από άλλα μέρη του φυτού. Όταν η αυξίνη που προέρχεται από το φύλλο παράγεται με ρυθμό που συνάδει με εκείνον στο σώμα του φυτού, τα κύτταρα του στρώματος αποκοπής παραμένουν συνδεδεμένα. Το φθινόπωρο, η ροή αυξίνης από το φύλλο μειώνεται ή διακόπτεται, προκαλώντας κυτταρική επιμήκυνση εντός του στρώματος αποκοπής. Η επιμήκυνση αυτών των κυττάρων κόβει τη σύνδεση μεταξύ των διαφορετικών κυτταρικών τοιχωμάτων, επιτρέποντας στο φύλλο να απομακρυνθεί από το φυτό. Σχηματίζει, δε, ένα στρώμα που σφραγίζει τη ρωγμή, για να μην χάνει χυμό το φυτό.
Μερικά δένδρα, ιδιαίτερα οι δρύες και οι οξιές, εμφανίζουν μια συμπεριφορά γνωστή ως «μαρασμός», κατά την οποία τα νεκρά φύλλα δεν ρίχνονται το φθινόπωρο και παραμένουν στο δέντρο έως ότου φυσήξει άνεμος. Αυτό προκαλείται από την ατελή ανάπτυξη του στρώματος αποκοπής. Εμφανίζεται κυρίως στο στάδιο του σπορόφυτου και του δενδρυλλίου, αν και τα ώριμα δέντρα μπορεί να έχουν μαρασμό των φύλλων στα κάτω μέρος του φυτού.
Μερικά φυλλοβόλα φυτά αφαιρούν το άζωτο και τον άνθρακα από τα φύλλα τους πριν απορριφθούν και τα αποθηκεύουν με τη μορφή πρωτεϊνών στα κενοτόπια των κυττάρων του παρεγχύματος στις ρίζες και στον εσωτερικό φλοιό. Την άνοιξη, τούτες οι πρωτεΐνες είναι πηγή αζώτου για την ανάπτυξη νέων φύλλων ή ανθέων.[10]
Λειτουργία
Fallen leaves covering a patch of ground
Τα φυλλοβόλα φυτά σε μεσαία έως μεγάλα γεωγραφικά πλάτη ρίχνουν τα φύλλα τους καθώς η θερμοκρασία πέφτει το φθινόπωρο.[11]
Τα φυλλοβόλα φυτά έχουν προτερήματα και μειονεκτήματα σε σχέση με τα αντίστοιχα αειθαλή.
Δεδομένου ότι τα φυλλοβόλα φυτά χάνουν τα φύλλα τους για να εξοικονομήσουν νερό ή για να επιβιώσουν καλύτερα τον χειμώνα, πρέπει να ξαναβγάλουν καινό φύλλωμα κατά την επόμενη κατάλληλη καλλιεργητική περίοδο. Αυτό χρησιμοποιεί πόρους που δεν χρειάζεται να ξοδέψουν τα αειθαλή.
Τα αειθαλή υφίστανται μεγαλύτερη απώλεια ύδατος κατά τη διάρκεια των χειμερινών μηνών και μπορούν επίσης να βιώσουν μεγαλύτερη πίεση θήρευσης, ειδικά όταν είναι μικρά. Τα φυλλοβόλα δέντρα παρουσιάζουν μικρότερη πιθανότητα αποκοπής κλαδιών και κορμού από παγοθύελλες όταν δεν έχουν φύλλα, και τα φυτά μπορούν να μειώσουν την απώλεια νερού λόγω της μείωσης της διαθεσιμότητας νερού σε υγρή κατάσταση κατά τις κρύες μέρες του χειμώνα.[12]
Η απώλεια φύλλων τον χειμώνα μειώνει τη ζημιά από τα έντομα. Η αναδημιουργία των φύλλων και η διατήρησή τους λειτουργικά μπορεί να είναι πιο δαπανηρή από μια απλή απώλεια και μια ανάπτυξή τους από το μηδέν.[13] Η πτώση των φύλλων εξαφανίζει τη σπηλαίωση, η οποία δύναται να βλάψει τα αγγεία του ξυλώματος στα φυτά. Αυτό επιτρέπει στη συνέχεια στα φυλλοβόλα φυτά να έχουν αγγεία ξυλώματος με μεγαλύτερη διάμετρο και επομένως μεγαλύτερο ρυθμό διαπνοής (και συνεπώς πρόσληψη διοξειδίου του άνθρωκα καθώς αυτό συμβαίνει όταν τα στόματα είναι ανοιχτά) κατά τη θερινή περίοδο ανάπτυξης.
Φυλλοβόλα ξυλώδη φυτά
Το χαρακτηριστικό των φυλλοβόλων έχει αναπτυχθεί επανειλημμένα μεταξύ των ξυλωδών φυτών. Τα δέντρα περιλαμβάνουν σφενδάμους, πολλές δρύες, νότιες οξιές, φτελιές, οξιές, λεύκες, σημύδες, καθώς και μια σειρά από γένη κωνοφόρων, όπως αγριόπευκα και η μετασεκόιες. Οι φυλλοβόλοι θάμνοι περιλαμβάνουν το μελισσόχορτο, το βιβούρνο και πολλούς άλλους. Τα περισσότερα εύκρατα ξυλώδη αμπέλια είναι επίσης φυλλοβόλα, συμπεριλαμβανομένων των σταφυλιών, του δηλητηριώδους κισσού, του παρθενόκισσου, της βιστερίας κλπ.. Το χαρακτηριστικό είναι χρήσιμο στην αναγνώριση φυτών. Για παράδειγμα, σε μέρη της Νότιας Καλιφόρνιας και της Νοτιοανατολικής Αμερικής, φυλλοβόλα και αειθαλή είδη βελανιδιάς μπορεί να αναπτυχθούν δίπλα-δίπλα.
Οι περίοδοι πτώσης των φύλλων συχνά συμπίπτουν με τις εποχές: χειμώνας στην περίπτωση των φυτών με κρύο κλίμα ή ξηρή εποχή στην περίπτωση των τροπικών φυτών,[14] αν και δεν υπάρχουν φυλλοβόλα είδη μεταξύ των μονοκοτυλήδονων φυτών που μοιάζουν με δέντρα, π.χ. φοίνικες, γιούκες, και δράκαινες. Η ορτανσία χίρτα είναι ένας φυλλοβόλος ξυλώδης θάμνος που βρίσκεται στη Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου.
Περιφέρειες
Τα φυλλοβόλα δέντρα εισήχθησαν στις εύκρατες περιοχές της Αυστραλίας όπου χρησιμοποιούνται σαν καλλωπιστικά φυτά, όπως φαίνεται εδώ σε έναν προαστιακό δρόμο στο Σίδνεϊ.
Τα δάση όπου τα περισσότερα δέντρα χάνουν το φύλλωμά τους στο τέλος της καλλιεργητικής περιόδου ονομάζονται δάση φυλλοβόλων. Αυτά τα δάση βρίσκονται σε πολλές περιοχές στον πλανήτη και περιλαμβάνουν μοναδικά οικοσυστήματα, με ανάπτυξη υποορόφου και δυναμική εδάφους.[15]
Υπάρχουν δύο ξεχωριστοί τύποι φυλλοβόλων δασών που βρίσκονται σε όλο τον κόσμο.
Εύκρατα φυλλοβόλα δασικά βιώματα είναι κοινότητες φυτών και βρίσκονται στην Αμερική, στην Ασία, στις νότιες πλαγιές των Ιμαλαΐων, στην Ευρώπη και για καλλωπιστικούς σκοπούς στην Ωκεανία. Έχουν σχηματιστεί κάτω από κλιματολογικές συνθήκες που έχουν μεγάλη εποχική διακύμανση θερμοκρασίας με την ανάπτυξη να παρατηρείται κατά τα ζεστά θέρη, πτώση των φύλλων το φθινόπωρο και ο λήθαργος τον χειμώνα. Τούτες οι εποχιακά ιδιαίτερες κοινότητες έχουν ποικίλες μορφές ζωής που επηρεάζονται σε μεγάλο βαθμό από το κλίμα, τη θερμοκρασία και τις βροχές. Αυτές οι ποικίλες και περιφερειακά διαφορετικές οικολογικές συνθήκες δημιουργούν χαρακτηριστικές δασικές φυτικές κοινότητες σε διαφορετικές περιοχές.
Τροπικά και υποτροπικά φυλλοβόλα δασικά βιώματα έχουν αναπτυχθεί ως αποτέλεσμα των εποχιακών μοτίβων βροχοπτώσεων. Κατά τη διάρκεια παρατεταμένων ξηρασιών, το φύλλωμα πέφτει για να εξοικονομηθεί νερό και αποφεύγεται ο θάνατος από την ξηρασία. Η αποβολή των φύλλων δεν εξαρτάται από την εποχή, καθώς είναι σε εύκρατα κλίματα και μπορεί να συμβεί οποιαδήποτε εποχή του έτους και διαφέρει ανά περιοχή στον πλανήτη. Ακόμη και τοπικά μπορεί να υπάρχουν διακυμάνσεις στο χρόνο και τη διάρκεια της πτώσης των φύλλων. διαφορετικές πλευρές του ίδιου βουνού και περιοχές που έχουν υψηλούς υδροφόρους ορίζοντες ή περιοχές κατά μήκος ρεμάτων και ποταμών μπορούν να δημιουργήσουν ένα συνονθύλευμα από φυλλώδη και άφυλλα δέντρα.[16]
Aerial view of tropical deciduous trees
Τροπικό δάσος φυλλοβόλων δένδρων σε εποχή ξηρασίας.
View of treetops with light spring growth scattered amid darker evergreens
Μικτό τροπικό και υποτροπικό φυλλοβόλο δάσος την άνοιξη στο Τέξας, ΗΠΑ.
Τροπικά ξηρά φυλλοβόλα δάση στη νότια Ινδία στο καταφύγιο άγριας ζωής Μουντουμαλάι (Ινδία).
Τροπικά ξηρά φυλλοβόλα δάση στη νότια Ινδία στο καταφύγιο άγριας ζωής Μουντουμαλάι (Ινδία).
Ο Κιμμέριος Βόσπορος κατοικούνταν από πολλές φυλές, όπως οι Σκύθες, Σίνδοι, Μαιώτες, Δανδάριοι, Ψήσσοι και Τορέτες, ενώ η ονομασία Κιμμέριος προέρχεται από τον λαό των Κιμμερίων, που κατοικούσαν παλιότερα εκεί[1][2]. Στην περιοχή αυτή άρχισαν και ιδρύονταν ελληνικές αποικίες-πόλεις όπως το Παντικάπαιον, Νυμφαίον, Μυρμήκιον, η Θεοδοσία, Φαναγορία, Γοργιππία, οι Κήποι και η Ερμώνασσα. Αυτές οι πόλεις το 480 π.Χ. ενώθηκαν σε ένα κράτος[2].
Πρώτη δυναστεία που βασίλευσε από το 480 π.Χ. ως το 438 π.Χ., ήταν των Αρχαιανακτιδών[2]. Επόμενη δυναστεία ήταν των Σπαρτοκιδών, που βασίλευσε από το 438 π.Χ. έως τα τέλη του 2ου αι. μ.Χ., οπότε το κράτος καταλύθηκε από τον Μιθριδάτη ΣΤ΄ και έγινε τμήμα τού Βασιλείου του Πόντου[2]. Οι Σπαρτοκίδες ακολούθησαν επεκτατική πολιτική κατακτώντας νέα εδάφη και επεκτείνοντας το βασίλειο· πρώτος βασιλιάς του ήταν ο Σπάρτοκος, που έδωσε και το όνομά του στη δυναστεία. Το 310 μ.Χ. μετά το τέλος τού Παιρισάδη Α΄ άρχισε πόλεμος διαδοχής. Τελευταίος βασιλιάς ήταν ο Παιρισάδης Ε΄, που δολοφονήθηκε από τον Σκύθη Σαύμακο που είχε εξεγερθεί. Ο Μιθριδάτης ΣΤ΄ Ευπάτωρ κατέστειλε την εξέγερση, προσαρτώντας το βασίλειο του Βοσπόρου στο Βασίλειο του Πόντου· έκτοτε η ιστορία τους είναι κοινή.
Γεννήθηκε στους Παροπαμισάδες, περιοχή του ελληνικού βασιλείου της Βακτριανής, και είναι άγνωστο το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του πριν γίνει βασιλιάς. Καταγόταν από φτωχή οικογένεια και από μικρός ακολούθησε το επάγγελμα του στρατιωτικού. Όταν ο Ευκρατίδης εισέβαλε στη Βακτρία και έφτασε μέχρι την πρωτεύουσα, τα Τάξιλλα, ο Μέναδρος κλήθηκε να τον αντιμετωπίσει. Ο Μέναδρος κατάφερε να καθηλώσει το στράτευμα του Ευκρατίδη και διεξήγαγε μαζί του πολλές μάχες χωρίς όμως ουσιαστική επικράτηση ενός από τους δύο αντιπάλους. Την ίδια περίοδο οι Πάρθοι, βλέποντας τη διαμάχη, εισέβαλαν στο βασίλειο του Ευκρατίδα αναγκάζοντάς τον να εγκαταλείψει τη Βακτρία, κάνοντας συνθήκη με τον Μένανδρο. Ο Μένανδρος ανακηρύχθηκε βασιλιάς και παντρεύτηκε την Αγαθόκλεια, χήρα του προηγούμενου βασιλιά Αγαθοκλή.
Έκοψε νομίσματα με ελληνικές παραστάσεις, με την ένδειξη «ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΣΩΤΗΡΟΣ ΜΕΝΑΝΔΡΟΥ» (και στην πίσω πλευρά σε κχαρόσθι την ένδειξη «ΜΑΧΑΡΑΓΙΑ ΝΤΑΡΜΙΚΑΣΑ ΜΕΝΑΝΤΡΑΣΑ», όπου αναφέρεται η έννοια του ντάρμα ως μετάφραση του «δικαίου») ή συχνότερα «ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΣΩΤΗΡΟΣ ΜΕΝΑΝΔΡΟΥ» (και στην πίσω πλευρά η ένδειξη «ΜΑΧΑΡΑΓΙΑ ΤΡΑΤΑΣΑ ΜΕΝΑΝΤΡΑΣΑ»). Ασπάστηκε και προώθησε τον Βουδισμό. Έχει γραφτεί ένα ινδικό έπος (αγνώστου συγγραφέα) για τον Μέναδρο, το Μιλίντα Πάνχα, το οποίο αναφέρεται στη συνομιλία του Μενάδρου με τον Ινδό σοφό Ναγκασένα. Διεξήγαγε πολλές μάχες με τα γειτονικά κράτη και προσθέτοντας νέα εδάφη στο βασίλειό του. Πέθανε το 145 π.Χ., κατά τη διάρκεια εκστρατείας.
Μοιάζει με τον Δωρικό ρυθμό αλλά είναι απλούστερος, χωρίς ανάγλυφη διακόσμηση στο κιονόκρανο ή στο θριγκό. Στις αναλογίες του, στη διάταξη και στις αποστάσεις των κιόνων, ακολουθεί τον Ιωνικό ρυθμό.
Προέρχεται από τους Ετρούσκους της Τοσκάνης.
Το αρχαιότερο δείγμα είναι o ναός της Μινέρβα Αθηνά στο Πορτονάτσιο Portonaccio στην Ετρουσκική αρχαία πόλη Βήιοι, βόρεια της Ρώμης, και χρονολογείται στο 510 π.Χ.
Περιγράφεται αναλυτικά μετά τα 1400, ενώ ο Βιτρούβιος τον αναφέρει επιφανειακά στα γραπτά του περί Ετρουσκικών ναών.
Ο ρυθμός βελτιώθηκε κατά την Ιταλική Αναγέννηση.
Μαθηματικά η Άνωση (Α) μπορεί να εκφρασθεί με τον τύπο: Α = ρ g V, όπου:
ρ: πυκνότητα ρευστού
g: επιτάχυνση βαρύτητας (9,81m/s2)
V: όγκος βυθισμένου σώματος
Όταν το βάρος ενός σώματος είναι μεγαλύτερο από την άνωση που αυτό δέχεται τότε θα βυθιστεί, ενώ σε αντίθετη περίπτωση θα επιπλέει.
Πείραμα
Η Αρχή του Αρχιμήδη αποδεικνύεται πειραματικά με τον ακόλουθο τρόπο: Λαμβάνοντας ένα σώμα και κρεμώντας το σ΄ ένα μικρό δυναμόμετρο (κανταράκι) διαβάζουμε την ένδειξη του βάρους του. Στη συνέχεια διατηρώντας το σώμα κρεμασμένο στο δυναμόμετρο το βυθίζουμε σ΄ ένα ποτήρι τελείως ξέχειλο με νερό, που έχουμε όμως τοποθετήσει προηγουμένως σ΄ ένα βαθύ πιάτο. Βυθίζοντας το σώμα μέσα στο νερό η ένδειξη του δυναμόμετρου θα είναι μικρότερη από την προηγούμενη εκτός νερού. Ταυτόχρονα όμως θα διαπιστώσουμε ότι κάποια ποσότητα του νερού από το ξέχειλο ποτήρι θα χυθεί στο πιάτο. Αν ζυγίσουμε τη ποσότητα αυτή του νερού που υπερχείλισε θα διαπιστώσουμε ότι αυτή θα είναι ίση με τη διαφορά του βάρους του σώματος εκτός και εντός του νερού. Το πείραμα αυτό έχει ακριβέστερη επιτυχία αν χρησιμοποιηθεί ειδικό «υπερεκχειλιστικό δοχείο».
Μετά το παραπάνω πείραμα απλουστεύοντας τον ορισμό της Αρχής του Αρχιμήδη λέμε ότι:
Κάθε σώμα που βυθίζεται μέσα σ΄ ένα υγρό χάνει τόσο από το βάρος του, όσο το βάρος του υγρού που εκτοπίζει.
Περιπτώσεις βύθισης
Σύμφωνα με τα παραπάνω όταν ένα σώμα βρεθεί μέσα σ΄ ένα υγρό θα παρατηρηθούν δύο κύριες δυνάμεις (συνισταμένες) κάθε φορά. Το βάρος του σώματος και η ασκούμενη σ΄ αυτό άνωση. Ανάλογα των τιμών που λαμβάνουν αυτές οι συνισταμένες κάθε φορά διακρίνονται περαιτέρω τρεις περιπτώσεις:
1η Περίπτωση: Το βάρος του σώματος να είναι μεγαλύτερο της άνωσης. Στη περίπτωση αυτή το σώμα βυθίζεται.
2η Περίπτωση: Το βάρος του σώματος να είναι ίσο προς την άνωση. Στη περίπτωση αυτή το σώμα αιωρείται μέσα στο υγρό, δηλαδή ακινητεί όπου κι αν βρεθεί μέσα στο υγρό, και
3η Περίπτωση: Το βάρος του σώματος να είναι μικρότερο της ασκούμενης σ΄ αυτό άνωσης. Στη περίπτωση αυτή το σώμα δεν βυθίζεται, οπότε και επιπλέει.
Είναι προφανές ότι και οι τρεις περιπτώσεις εξαρτώνται από το ειδικό βάρος του σώματος (στερεού ή υγρού) το οποίο μπορεί να είναι αντίστοιχα μεγαλύτερο, ίσο ή μικρότερο από το ειδικό βάρος του υγρού. Για παράδειγμα το ξύλο, ο φελλός, το λάδι επιπλέουν στο νερό, ενώ αντίθετα ο σίδηρος, το αλουμίνιο, ο υδράργυρος βυθίζονται.
Εφαρμογές
Η Αρχή του Αρχιμήδη βρίσκει πολύ μεγάλη εφαρμογή στη καθημερινή ζωή κυρίως στη Τεχνική. Οτιδήποτε που πλέει, όπως τα πλοία, όλα τα ελαφρύτερα του ύδατος σώματα, το ανθρώπινο σώμα, οι πλωτήρες, αμφίβια οχήματα κ.λπ υπακούουν στην Αρχή αυτή. Περισσότερο όμως ενδιαφέρει η Αρχή αυτή την Ναυπηγική, δηλαδή την επιστήμη που ασχολείται στη κατασκευή των πλοίων. Εκεί η Αρχή του Αρχιμήδη μελετάται, αναλύεται και εφαρμόζεται σε όλες τις λεπτομέρειές της.
Μέγιστη εφαρμογή της Αρχής του Αρχιμήδη παρατηρείται στα Υποβρύχια και στις Πλωτές Δεξαμενές που μεταβάλουν συνεχώς τις τιμές πλευστότητάς τους (κατ΄ αντιστοιχία των περιπτώσεων σε αρνητική, μηδενική και θετική).
Η Αρχή του Αρχιμήδη εφαρμόζεται ομοίως και στην αεροστατική όπως π.χ. στα αερόστατα
Ιστορία
Μία μέρα, ο βασιλιάς Ιέρων Β' των Συρακουσών παρήγγειλε στο μεγαλύτερο καλλιτέχνη της πόλης να του φτιάξει μία κορώνα από καθαρό χρυσάφι. Όταν ο βασιλιάς πήρε την κορώνα, άρχισαν να διαδίδονται φήμες πως ο καλλιτέχνης τον είχε κοροϊδέψει, παίρνοντας ένα μέρος από το χρυσάφι και αντικαθιστώντας το με άλλο μέταλλο. Ωστόσο, η τελειωμένη κορώνα είχε το ίδιο βάρος με το χρυσάφι του βασιλιά. Ο βασιλιάς κάλεσε τότε τον Αρχιμήδη να εξετάσει το ζήτημα. Στα πειράματά του, ο Αρχιμήδης βρήκε το νόμο του ειδικού βάρους. Ανακάλυψε πως όταν ένα στερεό σώμα μπει μέσα σε υγρό χάνει τόσο βάρος όσο είναι το βάρος του όγκου του νερού που εκτοπίζει.
Ο Αρχιμήδης επινόησε το σύστημα να παίρνει το ειδικό βάρος των στερεών σωμάτων. Ζύγιζε πρώτα το στερεό στον αέρα και έπειτα το ζύγιζε μέσα στο νερό. Και αφού το στερεό ζύγιζε λιγότερο μέσα στο νερό, αφαιρούσε το βάρος που είχε μέσα στο νερό από το βάρος που είχε στον αέρα. Τέλος, διαιρούσε το βάρος του στερεού σώματος στον αέρα με την απώλεια βάρους που είχε το σώμα μέσα στο νερό. Έμαθε έτσι, πως ένας δοσμένος όγκος από χρυσάφι ζυγίζει 19,3 φορές τον ίσο όγκο νερού.
Όμως, καθώς δεν μπόρεσε να προχωρήσει περισσότερο στο πρόβλημα της βασιλικής κορώνας, ο Αρχιμήδης σηκώθηκε να πάει στα λουτρά για να ξεκουραστεί. Εκεί βρήκε τη λύση. Μέσα στον ενθουσιασμό του βγήκε από το λουτρό γυμνός στο δρόμο φωνάζοντας: "Εὔρηκα! Εὔρηκα!".
Ο Αρχιμήδης γύρισε στο σπίτι του, ζύγισε την κορώνα στον αέρα και ύστερα τη ζύγισε μέσα στο νερό. Με τη μέθοδο αυτή βρήκε το ειδικό βάρος της κορώνας. Το ειδικό βάρος της δεν ήτανε 19,3. Δεν μπορούσε, λοιπόν, η κορώνα να είναι από καθαρό χρυσάφι. Ο Αρχιμήδης απέδειξε πως ο καλλιτέχνης ήταν απατεώνας.
Πρώτος κανόνας του Κίρχοφ
Κόμβος ηλεκτρικού κυκλώματος με επισήμανση των εντάσεων του ηλεκτρικού ρεύματος. Με βάση τον πρώτο κανόνα του Κίρχοφ μπορούμε να υπολογίσουμε τη φορά και το μέγεθος της έντασης Ι3, αν γνωρίζουμε τις άλλες δύο εντάσεις.
Έστω ένας κόμβος στον οποίο εισρέει και εξέρχεται ηλεκτρικό ρεύμα. Επιπλέον θεωρούμε ως ετερόσημες τις τιμές των εντάσεων ανάλογα με το αν εισρέουν ή εκρέουν από τον κόμβο. Από την αρχή διατήρησης του φορτίου προκύπτει ότι το αλγεβρικό άθροισμα όλων των εντάσεων των ρευμάτων που εισρέουν και εκρέουν από τον κόμβο ισούται με μηδέν. Με άλλα λόγια όσο φορτίο έρχεται συνολικά στον κόμβο ταυτόχρονα φεύγει από τον κόμβο, ο κόμβος δε συσωρεύει ούτε χάνει ηλεκτρικό φορτίο. Ισοδύναμη έκφραση του κανόνα είναι και η εξής:
Το άθροισμα των εντάσεων του ηλεκτρικού ρεύματος που εισέρχονται στον κόμβο Σ(Ιεισερχόμενο) ισούται με το άθροισμα των εντάσεων που εξέρχονται από τον κόμβο Σ(Ιεξερχόμενο).
Σ(Ιεισερχόμενο)=Σ(Ιεξερχόμενο)
Αν οριστεί οτι το ρεύμα που εισέρχεται στον κόμβο έχει θετικό πρόσημο και αυτό που εξέρχεται αρνητικό (ή αντίστροφα) ο κανόνας μπορεί να εκφραστεί ως εξής: Σ(Ιολ)=0 .
Δεύτερος κανόνας του Κίρχοφ
Απλό κύκλωμα με επισήμανση των κόμβων. Με βάση το δεύτερο κανόνα του Κίρχοφ ισχύει ότι VΑΕ+VΕΔ+VΔΒ+VΒΑ=0.
Έστω ένας βρόχος, δηλαδή ένα κλειστό υποκύκλωμα, σε ένα ηλεκτρικό κύκλωμα. Διασπάμε το βρόχο σε επιμέρους κλάδους και υπολογίζουμε τη διαφορά δυναμικού στον κάθε κλάδο. Από την αρχή διατήρησης της ενέργειας προκύπτει ότι το άθροισμα όλων των διαφορών δυναμικού στους επιμέρους κλάδους ενός βρόχου ισούται με μηδέν δηλαδή Σ(ΔV)=0. Με άλλα λόγια δεν υπάρχει τρόπος σε έναν κλειστό βρόχο να δημιουργήσουμε ηλεκτρικό πεδίο τέτοιο, ώστε να εξαναγκάσουμε το ηλεκτρικό ρεύμα να διαρέει από ένα σημείο του σε ένα άλλο. Το ρεύμα σε ένα κλειστό κύκλωμα αναγκαστικά διαρρέει με μία συγκεκριμένη φορά.
Δείτε επίσης
Γκούσταβ Κίρχοφ
Stub icon Αυτό το λήμμα σχετικά με τον Ηλεκτρομαγνητισμό χρειάζεται επέκταση. Μπορείτε να βοηθήσετε την Βικιπαίδεια επεκτείνοντάς το.
Εμπνευσμένος από τα ρωσικά λογοτεχνικά έργα και θρύλους, ο Μουσόργκσκι μετουσίωσε μία «σαββατιάτικη παγανιστική γιορτή μαγισσών» σε ένα θαυμάσιο μουσικό θέμα, γεμάτο δύναμη, λυρισμό και μυστήριο με τον αυθεντικό τίτλο Νύχτα Του Αγίου Ιωάννη Στο Φαλακρό Βουνό (Ρωσικά: Иванова ночь на лысой горе), που το ολοκλήρωσε στις 23 Ιουνίου 1867 (παραμονή της γιορτής του Αγίου Ιωάννη).
Η Νύχτα Στο Φαλακρό Βουνό, μαζί με το Σάντκο (Sadko) του Νικολάι Ρίμσκι-Κόρσακοφ (1867), θεωρούνται τα πρώτα αυθεντικά συμφωνικά ποιήματα στην ιστορία της ρωσικής μουσικής[1].
Παρά το γεγονός ότι ο Μουσόργκσκι ήταν υπερήφανος γι’αυτή τη νεανική του προσπάθεια, αφού υπήρξε το μοναδικό φιλόδοξο ορχηστρικό του έργο, ο μέντοράς του Μίλι Μπαλάκιρεφ αρνήθηκε να το εκτελέσει. Έτσι, ο συνθέτης δεν θα το ακούσει ποτέ κατά τη διάρκεια της σύντομης ζωής του.
Η πιο γνωστή, σήμερα, ορχηστρική εκδοχή του έργου, είναι η βερσιόν του Νικολάι Ρίμσκι-Κόρσακοφ, που συνετέθη πέντε χρόνια μετά το θάνατο του Μουσόργκσκι, το 1886. Μάλιστα, ο ειδικός στον Μουσόργκσκι, μουσικολόγος Τζέραλντ Άμπρααμ (Gerald Abraham), γράφει το 1945: «Οφείλω να υπενθυμίσω στον αναγνώστη ότι το ορχηστρικό κομμάτι παγκοσμίως γνωστό ως Νύχτα στο Φαλακρό Βουνό, είναι μια ορχηστρική σύνθεση του Rimsky-Korsakov με βάση την αρχική έκδοση του Μουσόργκσκι, ο οποίος την προετοίμαζε για το έργο του Η Εμποροπανήγυρη του Σοροτσίνσκι[2].
Η αυθεντική παρτιτούρα του Μουσόργκσκι δεν εκδόθηκε παρά μόνον το 1968. Παρόλο που σπάνια παρουσιάζεται, τα τελευταία χρόνια καταβάλλεται προσπάθεια να αυξηθούν οι εκτελέσεις του έργου, για να δοθεί η ευκαιρία στον ακροατή να μπει στον αυθεντικό «τραχύ» κόσμο του συνθέτη, του οποίου τα περισσότερα -αν όχι όλα του τα έργα- έχουν υποστεί μεταβολές από τους σύγχρονους με εκείνον συναδέλφους του, πολλές φορές όμως αλλοιώνοντας το αρχικό του σκεπτικό.
Το έργο απέκτησε παγκόσμια δημοτικότητα μετά την ορχηστρική εκδοχή του Λέοπολντ Στοκόβσκι (Leopold Stokowski, 1940), που ήταν ένα από τα μέρη της περίφημης ταινίας κινουμένων σχεδίων Φαντασία των Ντίσνεϋ στούντιος.
Άλλες ονομασίες
Η επίσημη ονομασία του έργου, σύμφωνα με το συνθέτη, είναι Νύχτα Του Αγίου Ιωάννη Στο Φαλακρό Βουνό (Ρωσικά: Иванова ночь на лысой горе), αλλά έχει καταγραφεί με διάφορες άλλες όπως: Νύχτα Στο Φαλακρό Βουνό, Νύχτα στο Μαγικό Βουνό, Νύχτα στο Μαγεμένο Βουνό, Νύχτα στο Καταραμένο Βουνό, Νύχτα τ’Άη-Γιαννιού στο Μαγικό Βουνό, Μία Νύχτα στο Φαλακρό Όρος.
Σημειωτέον ότι η λέξη «φαλακρός», έχει στη ρωσική γλώσσα (лысый - лысая =λίσαγια, ΔΦΑ [ˈlɨsəjə]) την ίδια σημασία όπως στην ελληνική, δηλαδή ξερός, απογυμνωμένος.
Ιστορικό
Προσχέδια
Ένα κομμάτι χαρτί που βρέθηκε ανάμεσα στα χειρόγραφα του Μουσόργκσκι αναφέρει: «Πρόγραμμα της όπερας Αγ. Ιωάννης, σε τρεις πράξεις πάνω σε ένα έργο του Γκόγκολ, γραμμένο από τον Μπομπορίκιν, παρουσία των Μόντεστ και Ευγένιου Μουσόργκσκι και του Βασίλι. Μάρτυρας της διαδικασίας ο Μίλι Μπαλάκιρεφ.[3]
Αυτό το περίεργο απόκομμα, με ημερομηνία 25 Δεκεμβρίου 1858, αποκαλύπτει την πρόθεση του Μουσόργκσκι να συνθέσει μία όπερα πάνω στο έργο του Γκόγκολ Παραμονή του Αγ Ιωάννη, που περιελάμβανε στοιχεία από ρωσικούς θρύλους για μάγισσες, όχι όμως και τη χαρακτηριστική αναφορά στο Σάββατο των Μαγισσών. Παρά ταύτα, περαιτέρω αναφορές πάνω στο συγκεκριμένο θέμα, ουδέποτε υπήρξαν στη συνέχεια[4].
Η αναφορά Σάββατο των Μαγισσών, γίνεται για πρώτη φορά το 1860, σε μία επιστολή του συνθέτη προς τον Μπαλάκιρεφ και φαίνεται να προέρχεται από κάποιο έργο του στρατιωτικού και φίλου του Μουσόργκσκι, Μπάρον Μέγκντεν: «Πήρα στα χέρια μου ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον έργο που, χρειάζεται προετοιμασία για το ερχόμενο καλοκαίρι. Το έργο είναι μία ολόκληρη πράξη του Φαλακρού Βουνού (από το δράμα του Μέγκντεν Η Μάγισσα, ένα Σάββατο των Μαγισσών, ξεχωριστά επεισόδια με μάγους, ένα τελετουργικό επεισόδιο με όλα αυτά τα σχετικά, ένα φινάλε-ύμνο στο Σάββατο-...το λιμπρέτο είναι πολύ καλό. Υπάρχει ήδη κάποιο υλικό, ίσως προκύψει κάτι πολύ ωραίο απ’όλ’αυτά» (26 Σεπτεμβρίου 1860)[5].
Βέβαια, όπως και με το προηγούμενο πρότζεκτ, δεν βρέθηκαν περαιτέρω στοιχεία που να σχετίζονται με το συγκεκριμένο θέμα, όπως τουλάχιστον αναφέρεται στην επιστολή.
To Συμφωνικό ποίημα του 1867
Το 1866 ο Μουσόργκσκι έγραψε στον Μπαλάκιρεφ εκφράζοντας την επιθυμία να συζητήσει τα σχέδιά του για τις Μάγισσες, το ανεπίσημο όνομα του για το έργο του[6].
Στις αρχές Ιουνίου του 1867 άρχισε να συνθέτει την ορχηστρική εκδοχή του κομματιού. Στην παρτιτούρα υπάρχουν οι παρακάτω λεπτομέρειες: «Η ιδέα είναι του 1866. Άρχισα να γράφω για ορχήστρα στις 12 Ιουνίου του 1867, ολοκλήρωσα την παραμονή της Ημέρας του Αγίου Ιωάννη, 23 Ιουνίου 1867, στο Luga, περιοχή φάρμας Minkino. Modest Musorgskiy».
Ο Μουσόργκσκι περιέγραψε το έργο, με συγκλονιστικά γλαφυρό τρόπο, σε επιστολή του προς τον Βλαντιμίρ Νικόλσκι:
«Μέχρι στιγμής, αν δεν με απατά η μνήμη μου, οι μάγισσες που χρησιμοποιούνται για τη συγκέντρωση σε αυτό το βουνό, ...κουτσομπολεύουν, κάνουν μαγικά και περιμένουν τον αρχηγό τους το Σατανά. Κατά την άφιξή του, αυτές, δηλαδή οι μάγισσες, σχηματίζουν ένα κύκλο γύρω από το θρόνο στο οποίο καθόταν, σαν να ήταν ένα παιδί, και τον εξυμνούν. Όταν ο Σατανάς ευχαριστιέται από το πάθος για τους επαίνους των μαγισσών, δίνει εντολή για το Σάββατο (sabbath), για το οποίο ο ίδιος επέλεξε για τον εαυτό του τις μάγισσες που είχε στη φαντασία του. Αυτό είναι ό,τι έχω κάνει. Στην κορυφή της παρτιτούρας, έχω βάλει το περιεχόμενό της: 1. Συνέλευση των μαγισσών, ομιλίες και κουτσομπολιά. 2.Το ταξίδι του Σατανά. 3 Άσεμνα εγκώμια του Σατανά και, 4. Το Σάββατο (sabbath).
Και συνεχίζει,
«...η φόρμα και ο χαρακτήρας της σύνθεσης είναι ρωσικός και πρωτότυπος ... έγραψα τη Νύχτα του Αγίου Ιωάννη γρήγορα, απευθείας σε ολοκληρωμένη παρτιτούρα, το έγραψα σε περίπου δώδεκα ημέρες, δόξα τω Θεώ ... Όσο το δούλευα, δεν κοιμόμουνα τα βράδια και ουσιαστικά τελείωσα το έργο, την παραμονή της Ημέρας του Αγίου Ιωάννη, με «έτρωγε σαν σαράκι» , και εγώ απλά δεν ήξερα τι συνέβαινε μέσα μου ... βλέπω με το «πονηρό μυαλό μου» ένα καθαρό ρωσικό προϊόν, απαλλαγμένο από γερμανικά υπόβαθρα και ρουτίνες, και, όπως η Savishna, μεγαλωμένο στα δικά μας «χωράφια» και αναθρεμμένο με ρωσικό ψωμί».[7]
Night on Bald Mountain
12:14
Rimsky-Korsakov's edited version of the piece, performed by the Skidmore College Orchestra. Courtesy of Musopen
Έχετε προβλήματα με ; Δείτε βοήθεια πολυμέσων.
Δήλωσε επίσης - λανθασμένα, όπως αποδείχθηκε - ότι ποτέ δεν θα επανεπεξεργαστεί το πρωτότυπο: «με όποιες ατέλειες, έχει δημιουργηθεί, με αυτές θα πρέπει να ζει, αν είναι να ζήσει καθόλου».
Έχοντας ολοκληρώσει το έργο, ο Μουσόργκσκι αισθάνθηκε συντετριμμένος, όταν ο μέντοράς του Μπαλάκιρεφ, το κριτικάρισε εξαιρετικά αρνητικά, σχεδόν προσβλητικά. Η γνώμη του είναι διανθισμένη με σχόλια όπως «ο διάβολος ξέρει τι(αυτό είναι)!», «τι σκουπίδι!", και «αυτό θα μπορούσε να εκτός χρήσης!».[8][9]
Αυτή η «πρώτη έκδοση» μπήκε στην άκρη, και δεν εμφανίζεται σε έντυπη μορφή μέχρι το 1968, σε μια νέα έκδοση από τον Γκεόργκι Κίρκορ.
Η συγκεκριμένη -πρώτη- εκδοχή του έργου του 1867 δεν παρουσιάστηκε παρά μόνο στον 20ό αιώνα. Η μουσικολόγος Aleksandra Orlova ισχυρίζεται ότι το πρωτότυπο χειρόγραφο αυτής της έκδοσης ανακαλύφθηκε στη βιβλιοθήκη του Λένινγκραντ από το μουσικολόγο Γκεόργκι Ορλώφ στα τέλη της δεκαετίας του 1920, και εκτελέστκε μία (1) φορά από τη Leningrad Philhamonic Society, και ότι ο Nikolay Malko έφερε μαζί του ένα αντίγραφο, όταν μετανάστευσε στη Δύση[10].
Ο Gerald Abraham υποστηρίζει ότι αυτή η βερσιόν με τον Malko στο πόντιουμ, εκτελέστηκε στις 3 Φεβρουαρίου 1932, προφανώς στην Αγγλία [11], αλλά και το επόμενο έτος σε διάφορες χώρες[12].
Σύμφωνα με το Grove Dictionary of Music έκανε πρεμιέρα στη Μόσχα το 1968, πιθανώς στην έκδοση του Γκεόργκι Κίρκορ.
Η εκδοχή της Μλάντα (Mlada)
Η πρώτη βερσιόν του έργου από τον ίδιο τον συνθέτη, έλαβε χώρα το 1872, όταν ο Μουσόργκσκι αναθεώρησε το έργο για φωνητικούς σολίστ, χορωδία και ορχήστρα, ως μέρος της 3ης πράξης στη συλλογική όπερα-μπαλέτο Μλάντα (Mlada), με τη συμμετοχή των Κόρσακοφ, Κουί και Μποροντίν.
Δυστυχώς, η Mlada ήταν ένα έργο καταδικασμένο σε αποτυχία, ενώ η συγκεκριμένη παρτιτούρα, αντίθετα με εκείνη του συμφωνικού ποιήματος, δεν έχει διασωθεί, και ουδέποτε παρουσιάστηκε στο κοινό.
Η εκδοχή της Εμποροπανήγυρης του Σοροτσίντσι
Η τρίτη εκδοχή του έργου, είχε τον ολοκληρωμένο τίτλο Το όραμα του Χωριατόπαιδου (Ρωσικά: Сонное видение паробка, Sonnoye videniye parobka) και συνετέθη οκτώ χρόνια αργότερα, όταν Μουσόργκσκι αναθεώρησε την δεύτερη έκδοση. Θέλησε να τη χρησιμοποιήσει ως ένα «όνειρο ιντερμέδιο» στην όπερά του Η Εμποροπανήγυρη του Σοροτσίντσι (Sorochintsi Fair) (1874 - 1880), ένα έργο το οποίο ήταν ακόμα ατελές κατά τη στιγμή του θανάτου του, το 1881. Η παρτιτούρα (για φωνή και πιάνο) του Μουσόργκσκι έχει ημερομηνία 10 Μαΐου 1880[8].
Ο Μουσόργκσκι επέλεξε αρχικά το τέλος της 1ης πράξης της όπερας, ως θέση για το χορωδιακό ιντερμέδιό του. Σήμερα, παρουσιάζεται γενικά στην έκδοση του Shebalin (1930), όπου μεταφέρθηκε, όμως, στην 3η πράξη. Η πρώτη παράσταση της βερσιόν αυτής, δόθηκε το 1931 στο -τότε- Λένινγκραντ, με διευθυντή τον Σαμουήλ Σάμοσουντ.
Η Νύχτα Στο Φαλακρό Βουνό του Κόρσακοφ
Η πρώτη σελίδα του έργου στην έκδοση του Κόρσακοφ, 1886
Στα χρόνια που ακολούθησαν το θάνατο του Μουσόργκσκι, οι φίλοι του ανέλαβαν τη δημοσίευση των χειρογράφων του και δημιούργησαν εκδόσεις των ημιτελών έργων του, ώστε να μπορέσουν να συμπεριληφθούν στο ρεπερτόριό του. Η πλειονότητα των εργασιών σύνταξης έγινε από τον Νικολάι Ρίμσκι-Κόρσακοφ, ο οποίος το 1886 δημιούργησε μία αναθεώρηση της τρίτης βερσιόν (από την Εμποροπανήγυρη του Σοροτσίντσι) που, έμελε να αποτελέσει εκείνη την εκδοχή που θα γνωρίσει τις περισσότερες εκτελέσεις μέχρι τις μέρες μας.
«Όταν άρχισα να το βάζω σε τάξη, με σκοπό τη δημιουργία ενός λειτουργικού κομματιού συναυλίας, πήρα ό,τι θεωρείται το καλύτερο και καταλληλότερο από το τελευταίο υλικό του συνθέτη, με στόχο να δώσω συνοχή και πληρότητα στο έργο». -Νικολάι Ρίμσκι-Κόρσακοφ-
Η αλήθεια είναι ότι ο Κόρσακοφ δεν έκανε χρήση του πρωτότυπου συμφωνικού ποιήματος (1867), πιθανότατα διότι δεν είχε το χειρόγραφο του Μουσόργκσκι στα χέρια του. Άλλωστε η αναφορά της δικής του έκδοσης είναι: «Ολοκληρώθηκε και ενορχήστρωσε ο N. Rimsky-Korsakov, 1886». Επίσης, δεν είχε υπ’όψιν του την επιστολή του συνθέτη προς τον Βλαντιμίρ Νικόλσκι (βλ.ιστορικό), ανακοινώνοντας ότι είχε τελειώσει το έργο την Ημέρα του Αγίου Ιωάννη, και είχε συνθέσει το έργο απευθείας σε πλήρες σκορ ορχήστρας. Το χειρόγραφο του Μουσόργκσκι πιστεύεται ότι βρισκόταν στην κατοχή του Μπαλάκιρεφ εκείνη την εποχή.
Ωστόσο, ο Κόρσακοφ θυμόταν ότι ένα ορχηστρικό αποτέλεσμα ήταν η αρχική πρόθεση του Μουσόργκσκι και, επειδή δεν είχε κανένα χειρόγραφο στα χέρια του, ενορχήστρωσε αυτό που θεωρείται ως "ημιτελές" φωνητικό σκορ από την τρίτη βερσιόν (βλ.ιστορικό), παραλείποντας τα φωνητικά μέρη. Βέβαια ο μεγάλος ενορχηστρωτής Κόρσακοφ έκανε κάποιες «διορθώσεις» που τον χαρακτηρίζουν (όπως έκανε με τον Μπόρις Γκοντούνοφ και τη Χοβάνστσινα), πράγμα που σημαίνει ότι διατηρείται η θεματική δομή του έργου, αλλά μερικές φορές προστίθενται ή παραλείπονται μέτρα και υπάρχουν αλλαγές στις αρμονικές δομές.
Η πρεμιέρα της βερσιόν του Κόρσακοφ δόθηκε τον Οκτώβριο του 1886, τη χρονιά έκδοσης του έργου, στην Αγία Πετρούπολη με διευθυντή τον ίδιο τον Κόρσακοφ.
Η διασκευή του Στοκόβσκι
Εκατομμύρια μουσικόφιλοι ανά την υφήλιο οφείλουν τη «γνωριμία» τους με το έργο, στον Λέοπολντ Στοκόβσκι, ο οποίος το χρησιμοποίησε ως ένα από τα μέρη της αριστουργηματικής ταινίας του Walt Disney Φαντασία.
Ο Στοκόβσκι δήλωσε ότι διατήρησε τη βερσιόν του Κόρσακοφ στη μορφή και το περιεχόμενο (αν και προφανώς χωρίς τις «φανφάρες» που σηματοδοτούν την είσοδο του μαύρου θεού Chernobog), αλλά την αρχική σύνθεση του Μουσόργκσκι στην ενορχήστρωση. Ωστόσο, όπως και ο Κόρσακοφ, ο Στοκόβσκι δεν είχε αντίγραφο του πρωτότυπου συμφωνικού ποιήματος του 1867, έτσι έκανε ό, τι ένιωθε πως ο ίδιος ο Μουσόργκσκι θα ήθελε να γίνει, επειδή ήταν ήδη εξοικειωμένος σε κάποιο βαθμό με το στυλ του, αφού πραγματοποίησε την πρεμιέρα στις ΗΠΑ, της αρχικής έκδοσης του Μπόρις Γκοντούνοφ το 1929[13].
Ο Στοκόβσκι δημιούργησε μια ακόμη πιο «δυναμική» διασκευή της Νύχτας στο Φαλακρό Βουνό για συναυλιακές απαιτήσεις. Πάντως η εκδοχή που ακόμη και σήμερα ακούγεται, παραμένει εκείνη του Κόρσακοφ.
Το έργο
Στην εποχή μας δεν έχουν διασωθεί άλλα έργα του Λόγγου, αλλά το Δάφνις και Χλόη διασώθηκε πλήρες και αποτελείται από 4 βιβλία. Το έργο αυτό ήταν γνωστό από την περίοδο της Αναγέννησης στην Κεντρική Ευρώπη. Πριν όμως γίνει γνωστό στην Ευρώπη, αγαπήθηκε και διασκέδαζε τις δέσποινες και τις αρχόντισσες της Μήθυμνας, από τον 3ο μ.Χ. αιώνα.
Στο βουκολικό αυτό αρχαίο ελληνικό μυθιστόρημα, η φύση, οι ήρωές του και ο ταπεινός κόσμος των αγροτών και των δούλων που τους περιβάλλει, εξιδανικεύονται από τον συγγραφέα. Το ύφος του έργου είναι μοναδικό για την εκλεπτυσμένη περιγραφή του έρωτα και της φύσης. Τίποτα δεν καλύπτεται με πέπλο και όμως το κάθε τι είναι γεμάτο μυστήριο.
Η υπόθεση
Δάφνις και Χλόη - Louise Marie-Jeanne Hersent-Mauduit.
Η υπόθεση διαδραματίζεται σε μία παραλία της Λέσβου, όπου οι δύο βοσκοί Λάμων και Δρύας βρίσκουν, υιοθετούν κι ανατρέφουν μαζί δύο έκθετα παιδιά, ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Τα παιδιά φορούν πολλά κοσμήματα, δείγμα της καταγωγής τους. Οι θετοί τους γονείς, οι βοσκοί Λάμων και Δρύας, τους δίνουν τα ονόματα Δάφνις και Χλόη. Όταν μεγαλώνουν τα παιδιά, αναλαμβάνουν τη βοσκή των κοπαδιών (κατσικιών και προβάτων) από τους θετούς γονείς τους, ενώ η φλόγα της αγάπης αρχίζει να διαφαίνεται στις νεανικές τους καρδιές.
Δάφνις και Χλόη στην τέχνη
Δάφνις και Χλόη, γλυπτό του Γάλλου Ζαν-Πιέρ Κορτό (1824).
Από το θέμα του εμπνεύστηκαν ζωγράφοι, όπως ο Μπουρντόν (Εθνική Πινακοθήκη Λονδίνου), ο Ζεράρ (Μουσείο Λούβρου), ο Μαρκ Σαγκάλ, γλύπτες όπως ο Νταλού και ο Κορτό (Μουσείο Λούβρου). Γνωστή είναι και η ομώνυμη χορογραφική συμφωνία του Μωρίς Ραβέλ σε 3 μέρη με χορικά.
Το μυθιστόρημα για πρώτη φορά μεταφράστηκε στη γαλλική γλώσσα από τον Αμνώ επίσκοπο της Ωξέρ το 1551 και η πρώτη ολοκληρωμένη έκδοση έγινε το 1810 από τον Πωλ-Λουΐ Κουριέ. Ακολούθησαν πολλές εκδόσεις με σχόλια και διορθώσεις. Στα γερμανικά η καλύτερη έκδοση θεωρείται του εκδοτικού οίκου Prestel – Verlag (1994), εμπλουτισμένη με 42 λιθογραφίες του Σαγκάλ. Ο Γεώργιος Βενδότης ήταν ο πρώτος νεο-έλληνας που μετέφρασε και εξέδωσε το έργο, από το τυπογραφείο του στη Βιέννη.
Η ταινία
Το 1931 γυρίστηκε βουβή ταινία του ελληνικού κινηματογράφου υπό τον ίδιο τίτλο (Δάφνις και Χλόη) βασισμένη στο Ειδύλλιον του Λόγγου σε σενάριο και σκηνοθεσία του Ορέστη Λάσκου.
Το 1963 ο Νίκος Κούνδουρος γύρισε την ταινία "Μικρές αφροδίτες", βασισμένη στο ειδύλλιο του Λόγγου και στα "Ειδύλλια" του Θεόκριτου.
Το 1966 η Μίκα Ζαχαροπούλου γύρισε την ταινία "Δάφνις και Χλόη '66", μεταφέροντας το μύθο του Λόγγου στη σύγχρονη εποχή.
Το 1969 ο Ορέστης Λάσκος γύρισε την ταινία "Δάφνις και Χλόη, μικροί εραστές", βασισμένη στο ειδύλλιο του Λόγγου.
Εκδόσεις στα νέα ελληνικά
Λόγγος. Δάφνις και Χλόη, μετάφραση Ιώ Τσοκώνα, εκδ. Μεταίχμιο, 2017.
Βιβλιογραφία
Λόγγος, Δάφνης και Χλόη, Εκδόσεις Ίκαρος, εικονογράφηση Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας.[νεκρός σύνδεσμος]
Φαίδων Θεοφίλου, Η Μήθυμνα στο φως της ιστορίας, Ιστορικός περίπατος, Εκδόσεις Εντελέχεια, 2010.
Ελίζα-Αννα Δελβερούδη, "Ορέστη Λάσκου, Δάφνις και Χλόη. Μια κινηματογραφική διασκευή του Μεσοπολέμου", Τα Ιστορικά, τ. 18, τχ. 34 (2001), σ. 167-196.
Η λατινική λέξη aquila για το σημαντικότερο γένος αετών, προέρχεται από το aquilus, που σημαίνει «σκοτεινόχρωμος» και, πιθανόν, σχετίζεται με τον συνηθέστερο χρωματισμό του φτερώματος που είναι σκούρος. [2][3].
Γεωγραφική κατανομή
Οι αετοί είναι κοσμοπολιτικά πτηνά, με εξάπλωση σε όλες τις ηπείρους, αν και τα περισσότερα είδη, βρίσκονται στην Ευρασία. Αντίθετα, τα λιγότερα είδη -μόνο 2- βρίσκονται στη Β. Αμερική.
Γενικά χαρακτηριστικά
Αετός των Φιλιππίνων
Οι αετοί είναι μεγάλα, σωματώδη αρπακτικά πουλιά, με βαρύ κεφάλι και ράμφος και σχετικά βραχύ λαιμό. Ακόμα και τα μικρότερα μέλη, όπως ο σταυραετός (Aquila pennata), έχουν μεγέθη ανάλογα με εκείνο μιας γερακίνας (Buteo buteo). Γενικά, με εξαίρεση τους κόνδορες και κάποιους γύπες του Παλαιού Κόσμου, οι περισσότεροι είναι μεγαλύτεροι από οποιoδήποτε άλλο αρπακτικό πτηνό. Το μικρότερο είδος Spilornis klossi, ζυγίζει μόλις 450 γραμμάρια και έχει μήκος 40 εκατοστά, ενώ τα μεγαλύτερα είδη αναφέρονται παρακάτω.
Όπως όλα τα αρπακτικά πουλιά, έχουν πολύ μεγάλο και βαρύ ράμφος με ισχυρό άγκιστρο για τον τεμαχισμό σάρκας από τη λεία τους, ενώ η ρινοθήκη στερείται εγκοπής ή οδοντικής προεξοχής (διαφορά από τα γεράκια). [4]
Το πτέρωμα είναι τις περισσότερες φορές σκουρόχρωμο (σταχτί, καφετί ή μαυριδερό), με πιο ανοιχτόχρωμη την κάτω επιφάνειά του. Οι πτέρυγες είναι μεγάλες και αποστρογγυλεμένες (όχι οξύληκτες και δρεπανοειδούς σχήματος όπως στα γεράκια. Η ουρά κυμαίνεται σε μέγεθος από κοντή έως μακριά και, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, φέρει παράλληλες ραβδώσεις και μία τελική σκούρα λωρίδα στην άκρη της.
Οι ταρσοί είναι μυώδεις και, συνήθως πτερωμένοι, εφοδιασμένοι με πανίσχυρους γαμψώνυχες. Η εξαιρετικά οξεία όρασή τους που, φθάνει έως και 3,6 φορές την ανθρώπινη, τους δίνει τη δυνατότητα να εντοπίζουν τα πιθανά θηράματα από πολύ μεγάλη απόσταση. [5] Μάλιστα, αυτή υποβοηθείται από τις πολύ μεγάλες οφθαλμικές κόρες που εξασφαλίζουν ελάχιστη περίθλαση (σκέδαση) του εισερχόμενου φωτός.
Τα φύλα, χωρίς να εμφανίζουν τον έντονο φυλετικό διμορφισμό των γερακιών, έχουν εν τούτοις διαφορά στο μέγεθος, με τα θηλυκά να είναι λίγο μεγαλύτερα και σαφώς βαρύτερα. [6][7]
Επειδή η αλλαγή του πτερώματος με την πάροδο της ηλικίας, γίνεται αργά, η αναγνώριση πεδίου των διαφορετικών ειδών στα νεαρά άτομα, μπορεί να αποβεί ιδιαίτερα δύσκολη. [8]
Είναι τακτικό θέμα συζήτησης ποιο θα πρέπει να θεωρείται το μεγαλύτερο είδος αετού. Η μέτρηση θα μπορούσε να αναφέρεται σε συνολικό μήκος, μάζα σώματος ή άνοιγμα πτερύγων. Διαφορετικές ανάγκες του τρόπου ζωής μεταξύ των διαφόρων ειδών, όμως, έχει ως αποτέλεσμα μεταβλητές μετρήσεις από είδος σε είδος. Για παράδειγμα, πολλά δασόβια είδη, έχουν σχετικά μικρό άνοιγμα πτερύγων, ένα χαρακτηριστικό που απαιτείται για να είναι σε θέση να ελιχθούν σε γρήγορες, σύντομες πτήσεις μέσα από πυκνά δασωμένους οικοτόπους. [9]
Από την άλλη πλευρά, οι αετοί του γένους Aquila βρίσκονται σχεδόν αποκλειστικά σε ανοικτούς χώρους, είναι εξαιρετικοί ανεμοπόροι (soarers), οπότε έχουν σχετικά μεγάλο, για το μέγεθός τους, άνοιγμα πτερύγων. [9]
Τα παρακάτω μεγέθη για τους μεγαλύτερους αετούς αφορούν στον μέσο όρο μετρήσεων, όπως αναφέρονται στο πόνημα Raptors of the World (Ferguson-Lees, et al) και, οι επί μέρους παραπομπές τοποθετούνται μόνο στις περιπτώσεις που οι μετρήσεις εξακριβώθηκαν από τους συγγραφείς προσωπικά.
Θέση Κοινή ονομασία Επιστημονική ονομασία Βάρος σώματος
1 Θαλασσαετός του Στέλερ Haliaeetus pelagicus 6,7 κιλά
2 Αετός των Φιλιππίνων Pithecophaga jefferyi 6,35 κιλά
3 Άρπυια Harpia harpyja 5,95 κιλά
Θέση Κοινή ονομασία Επιστημονική ονομασία Μήκος σώματος
1 Αετός των Φιλιππίνων Pithecophaga jefferyi 100 εκατοστά [10]
2 Θαλασσαετός του Στέλερ Haliaeetus pelagicus 95,5 εκατοστά
3 Αυστραλιανός Αετός Aquila audax 95 εκατοστά
Θέση Κοινή ονομασία Επιστημονική ονομασία Άνοιγμα πτερύγων
1 Θαλασσαετός Haliaeetus albicilla 218,5 εκατοστά
2 Θαλασσαετός του Στέλερ Haliaeetus pelagicus 212,5 εκατοστά
3 Αυστραλιανός Αετός Aquila audax 210 εκατοστά [11][12]
Πτήση
Αυστραλιανός αετός
Οι αετοί είναι εξαιρετικοί ανεμοπόροι και εκμεταλλεύονται τα θερμικά ρεύματα του αέρα για να πετάνε άκοπα, επισκοπώντας το χώρο (soaring). Κατά την πτήση ξεχωρίζουν: α) το μεγάλο κεφάλι, β) τα πρωτεύοντα ερετικά φτερά που είναι λίγο ανοικτά στα άκρα των πτερύγων και ελαφρά κυρτωμένα προς τα πάνω και γ) η σχετικά μεγάλη, στρογγυλευμένη στην άκρη ουρά. Το βάδισμα είναι αργό, ταλαντευόμενο και συνοδεύεται από πηδήματα, που υποβοηθούνται από κινήσεις των πτερύγων. [13]
Κυνήγι/Τροφή
Λόγω του μεγέθους και της ισχύος πολλών ειδών αετών, κατατάσσονται στην κορυφή της τροφικής αλυσίδας μεταξύ των αρπακτικών πτηνών, παγκοσμίως. Το είδος του θηράματος ποικίλλει από γένος σε γένος. Έτσι, το Haliaeetus και το Ichthyophaga προτιμούν να συλλαμβάνουν ψάρια, αν και το πρώτο στρέφεται συχνά σε διάφορα ζώα, ειδικά άλλα υδρόβια πουλιά, και εμφανίζει το φαινόμενο του κλεπτοπαρασιτισμού, αρπάζοντας τη λεία άλλων αρπακτικών.
Τα γένη Circaetus, Terathopius και Spilornis, έχουν ως βασική λεία τα φίδια που βρίσκονται στις τροπικές περιοχές της Αφρικής και της Ασίας. Οι αετοί του γένους Aquila είναι τα κορυφαία αρπακτικά πουλιά στους ανοικτούς οικοτόπους, αφού μπορούν να πιάσουν σχεδόν κάθε μικρού/μεσαίου μεγέθους σπονδυλόζωο. Πολλοί άλλοι αετοί, συμπεριλαμβανομένου του γένους Spizaetus, ζουν κυρίως σε δάση και δασικές εκτάσεις και, στοχεύουν συχνά σε διάφορα δενδρόβια ή εδαφόβια θηλαστικά και πτηνά, τα οποία συχνά συλλαμβάνουν ανυποψίαστα σε τέτοια πυκνά, λαβυρινθώδη περιβάλλοντα.
Οι κυνηγετικές τεχνικές διαφέρουν μεταξύ των ειδών και γενών, με κάποιους μεμονωμένους αετούς να έχουν αναπτύξει εκείνες που βασίζονται στο περιβάλλον και την εκάστοτε λεία τους. Οι περισσότεροι αετοί αρπάζουν το θήραμα χωρίς προσγείωση και το μεταφέρουν σε βολικές θέσεις, όπου το θανατώνουν και το τρώνε. [9]
Ο Αμερικανικός Θαλασσαετός (Haliaeetus leucocephalus), έχει καταγραφεί να έχει πετάξει με το βαρύτερο φορτίο από οποιοδήποτε αρπακτικό πτηνό, συγκεκριμένα ένα ελαφοειδές 6,8 κιλών. [14] Ωστόσο, λίγοι αετοί μπορούν να στοχεύσουν θήραμα πολύ βαρύτερο από ό, τι οι ίδιοι, διότι δεν μπορούν εύκολα να απογειωθούν και, ως εκ τούτου η λεία είτε καταναλώνεται επί τόπου, είτε κομματιάζεται για να μεταφερθεί στη φωλιά. Σε αυτή την περίπτωση τα μεγέθη της λείας αυξάνονται σημαντικά: Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις χρυσαετών και στεφαναετών που έχουν σκοτώσει οπληφόρα βάρους έως 30 κιλών και πολεμαετών ακόμη και 37 κιλών, δηλαδή 7-8 φορές βαρύτερα θηράματα από τον θηρευτή. [9][15]
Αναπαραγωγή
Οι περισσότεροι αετοί ζευγαρώνουν εφ’όρου ζωής, ή τουλάχιστον για πολύ μεγάλες περιόδους, αλλά σε περίπτωση απωλείας του ενός συντρόφου, αυτός μπορεί γρήγορα να αντικατασταθεί. Πριν το ζευγάρωμα, εκτελούνται εναέριες επιδείξεις εντυπωσιασμού που, πολλές περιλαμβάνουν γυροπέταγμα (soaring) πάνω από την επικείμενη φωλιά, πτήσεις με εμπλοκή των γαμψωνύχων και προσφορά τροφής από το αρσενικό στο θηλυκό που, με τη σειρά του, μιμείται τη φωνή των νεοσσών. [16].
Άρπυια
Κατασκευάζουν τις φωλιές τους, που ονομάζονται διεθνώς έριις (eyries), σε ψηλά δέντρα ή σε ψηλά βράχια. Τα περισσότερα είδη γεννούν δύο αβγά, με διαφορά 3-4 ημερών, με αποτέλεσμα να υπάρχει διαφορά μεγέθους και, συνήθως, το μεγαλύτερο σκοτώνει το μικρότερο, ένα φαινόμενο που ονομάζεται Καϊνισμός (Fratricide) που, ανάλογα με το είδος, μπορεί να είναι υποχρεωτικός ή μη υποχρεωτικός. Οι γονείς σπάνια επεμβαίνουν στο φαινόμενο. [7][17]
Τα αβγά είναι συνήθως άσπρα, στικτά με κόκκινες ή καφέ κηλίδες και οι νεοσσοί που ονομάζονται αετιδείς είναι καλυμμένοι με λεπτό, λευκό χνούδι, που δίνει αργότερα τη θέση του σε ένα σκούρο και, αργότερα στο πρώτο πτέρωμα που ξεκινάει από τους ώμους. [18].
Κουλτούρα
Μυθολογία
Ο αετός υπήρξε το πτηνό-σύμβολο του Δία. Ειδικότερα, ο Δίας φέρεται να είχε πάρει τη μορφή ενός αετού ώστε να απαγάγει το Γανυμήδη για να τον μεταφέρει στον Όλυμπο για να τον κάνει οινοχόο των θεών, και υπάρχουν πολλές σχετικές καλλιτεχνικές απεικονίσεις
Θρησκεία
Οι Μότσε (Moche), αρχαία φυλή του Περού, λάτρευαν το πτηνό και συχνά απεικονίζονται αετοί στην τέχνη τους. [19]
Παρά τις σύγχρονες αλλά και ιστορικές πρακτικές των Ινδιάνων της Βορείου Αμερικής να δίνουν φτερά αετού σε μη ιθαγενείς, αλλά και στα μέλη άλλων φυλών που έχουν κριθεί άξια, η τρέχουσα νομοθεσία των Ηνωμένων Πολιτειών, ορίζει ότι μόνο τα πιστοποιημένα άτομα του αμερικανικού ιθαγενούς πληθυσμού, που είναι εγγεγραμμένα σε μία ομοσπονδιακά αναγνωρισμένη φυλή είναι νομίμως εξουσιοδοτημένα να αποκτούν και να κάνουν χρήση φτερών αετού για θρησκευτικούς λόγους. [20] Στον Καναδά, η λαθροθηρία για τα φτερά αετού τιμωρείται αυστηρά. [21]
Ιστορία
Ο αετός κατείχε ανέκαθεν ξεχωριστή θέση, τόσο στον αρχαίο όσο και στο βυζαντινό-μεσαιωνικό κόσμο, ενώ χρησιμοποιήθηκε ως σύμβολο ισχύος και εξουσίας και αποτέλεσε το έμβλημα πολλών δυναστικών ή αριστοκρατικών οίκων. Αρχικά σύμβολο θεϊκής δύναμης, δεν άργησε να γίνει έμβλημα και της κοσμικής εξουσίας. Οι Αιγύπτιοι, οι Ασσύριοι, οι Αχαιμενίδες της Περσίας, οι Πτολεμαίοι και κυρίως οι Ρωμαίοι ήσαν οι λαοί που χρησιμοποίησαν ευρύτατα τον αετό, ως σύμβολό τους. Ο δικέφαλος αετός θεωρείται το κατεξοχήν βυζαντινό έμβλημα και μάλιστα αντικατέστησε στην ύστερη βυζαντινή περίοδο τον μονοκέφαλο αετό. [22]
Πάρα πολλά κράτη τον χρησιμοποιούν ως έμβλημα, είτε στη σημαία τους, είτε σε διάφορους θυρεούς πόλεων που σχετίζονται με αυτά.
Χώρες που χρησιμοποιούν τον αετό είτε με δυο είτε με ένα κεφάλι είναι η Ελλάδα, η Γερμανία, η Αλβανία, το Μαυροβούνιο, η Σερβία, η Ρωσία, η Αρμενία κι η Κύπρος. Ο αετος επίσης χρησιμοποιήθηκε και σαν σύμβολο του Ποντιακού ελληνισμού, ενώ χρησιμοποιήθηκε και από την Πρωσική Αυτοκρατορία και την Αυστρία.
Η σημαία του Πόντου
Επιπλέον, ο αετός χρησιμοποιήθηκε σαν σύμβολο από τη Ρωμαϊκή και την μετέπειτα Βυζαντινή Αυτοκρατορία,τη Ρωσική Αυτοκρατορία, το βασίλειο της Σερβίας, τη Σερβία και Μαυροβούνιο, ενώ στις μέρες μας χρησιμοποιείται από την Εκκλησία της Ελλάδας, τα αθλητικά σωματεία ΠΑΟΚ & ΑΕΚ, καθώς και από πολλά γερμανικά κρατίδια, όπως η Φρανκφούρτη κι η Κολωνία.
Συστηματική Ταξινομική
Η ταξινομική του αετού ως ταξινομικής μονάδας (taxon), παραμένει εξαιρετικά σύνθετη και προβληματική. Τα παλαιά δεδομένα που στήριζαν την κατάταξη των διαφόρων γενών και ειδών, πάνω σε μορφολογικά, γεωγραφικά ή οικολογικά κριτήρια, έχουν διαφοροποιηθεί δραματικά από τότε που, καινούργια, σύγχρονα δεδομένα, βασισμένα σε χρωμοσωμικά κριτήρια, έχουν ανατρέψει την μέχρι πρότινος υπάρχουσα κατάσταση και έχουν δημιουργήσει ισχυρές διαφωνίες μεταξύ των επιστημόνων. Έτσι, είδη που παλαιότερα θεωρούντο συγγενικά, οι DNA αναλύσεις έδειξαν ακριβώς το αντίθετο, με αποτέλεσμα να μετακινούνται σε άλλα γένη, υποείδη να αναβαθμίζονται σε είδη, γένη να καταργούνται ή να συγχωνεύονται σε ήδη υπάρχοντα, κ.ο.κ. [23]
Το πρόβλημα επιτείνεται από τις -ανέκαθεν υπάρχουσες- λαϊκές ονομασίες που σε πολλές περιπτώσεις δεν αντιστοιχούν στις έγκυρες επιστημονικές ονομασίες. Έτσι, είναι εντελώς παρακινδυνευμένο να ειπωθεί πόσα είδη αετών υπάρχουν σήμερα στον κόσμο, αφού δεν είναι εξακριβωμένο ακόμη το ποια είναι αυτά.
Σύμφωνα με το εγκυρότατο πόνημα των Howard and Moore, Checklist of the Birds of the World (2003), 21 γένη αετών υπάρχουν σήμερα παγκοσμίως, αλλά είναι βέβαιο ότι αυτό θα αλλάξει άμεσα στο προσεχές μέλλον μέσω των νέων δεδομένων, αν και πάντοτε θα υπάρχουν διαφωνίες.
Πολεμαετός στην Κένυα
Αετοί της Ελληνικής πανίδας
Στον ελλαδικό χώρο απαντούν συνολικά 6 γένη με 11 είδη που, είτε ζουν μόνιμα στη χώρα (επιδημητικά), είτε έρχονται μόνο το χειμώνα (διαχειμάζοντα) ή το καλοκαίρι (για να αναπαραχθούν), είτε απλώς χρησιμοποιούν τη χώρα ως πέρασμα κατά τις δύο μεταναστεύσεις (εαρινή και φθινοπωρινή) προς το Βορρά ή προς το Νότο (μεταναστευτικά).
Σημειωτέον ότι οι μόνοι γνήσιοι αετοί είναι τα μέλη των γενών Aquila και Clanga, ενώ τα υπόλοιπα γένη το σωστό είναι να αποκαλούνται Κιρκαετοί, Θαλασσαετοί, Πέρνες και Ψαραετοί, αντίστοιχα.
Чтобы оставлять комментарии, нужно зарегистрироваться.